Λόγια Άλλων

Το μαλισό επισημαίνει τον κίνδυνο που διατρέχει κάποιος διαβάζοντας τα "λόγια άλλων" να πιστέψει πως έμαθε όσα χρειάζεται γύρω από το παραμύθι και γενικότερα γύρω από τις ιστορίες της προφορικής παράδοσης και από την τέχνη της αφήγησης. Τα "λόγια  άλλων" δεν αποτελούν παρά έναυσμα για προβληματισμό γύρω από το παραμύθι και σαφή προτροπή για παραπομπή σε πηγές (γραπτά μα και ανθρώπους) όπου θα βρει κανείς αναπτυγμένη όλη τη σκέψη, το προβληματισμό και την ουσία της γνώσης

Το μαλισό, εξάλλου, ενστερνίζεται την άποψη πως η αφήγηση είναι δρόμος μοναχικός, με μαθητεία, όποτε είναι εφικτό, κοντά σε έμπειρους  μαστόρους στη τέχνη της αφήγησης, ανθρώπους, σημαντικό και τούτο, καταξιωμένους και στη συνείδηση των συναδέλφων τους μαστόρων, γιατί αυτοί μονάχα είναι σε θέση να διακρίνουν τον παραμυθά από αυτόν που απλά "εμπορεύεται" την ανάγκη για "παραμυθία".


Περιεχόμενα 

αντί προλόγου

1. Προφορική Παράδοση

1.1   Μύθος, Παραμύθι, Θρύλος

Μύθος, Παραμύθι, Θρύλος. Μορφές Συμβολικού Λόγου όμοιες και διαφορετικές συνάμα, Μύθος & Παραμύθι, Ομοιότητες και Διαφορές,  Διαφέρουν οι Ήρωες,  Πραγματεύονται και οι δύο τα Όρια,  "Ψέματα κι αλήθεια",  “Ταξικές” … Διαφορές

1.2   Παράδοση και Παραλαβή

1.3   Ιστορητής

Ποιος μπορεί να αφηγηθεί; “Τάισμα με το κουτάλι”,  Ιστορητής,  Ταξιδευτής,  Άχρονος στο παρόν του ακροατή,  Τι είναι παραμυθάς,  Το φύλο του παραμυθά,  Ο ρόλος του παραμυθά,  Βαθμίδες αφηγητών,  Αρεταλόγοι,  Επαγγελματίες παραμυθάδες, Σεχραζάτ: το αρχέτυπο του παραμυθά της Ανατολής,  Ράπερ: ο σύγχρονος παραμυθάς

1.4   Αφήγηση

Πού και πότε έλεγαν τα παραμύθια,  To ακροατήριο των Παραμυθάδων,  Ενεργητική συμμετοχή του κοινού στην αφήγηση,  Διάρκεια παραμυθιού,  “Αγώνες” Παραμυθάδων,  Καθαρογλωσσίδια,  Η Αθέατη Παραγωγικότητα του Παραμυθιού,  Η δύναμη της αφήγησης,  Ο αφηγηματικός τρόπος σκέψης,  Παράσταση Προφορικής Αφήγησης και Θεατρική Παράσταση

1.5   Μαθητεία

Η παραδοσιακή μέθοδος μάθησης,  Μάστορας Παραμυθάς,  Ο Μάστορας: το ζωντανό παράδειγμα,  Μαθητεία-Μύηση,  Η παρατήρηση: Α' στάδιο μαθητείας,  Ενεργητική Παρατήρηση,  Τσιράκι,  Η μίμηση: Β' στάδιο μαθητείας,  Κάλφας,  Το τέλος της μαθητείας: η συνάντηση με το κοινό,  Απαραίτητη και η “σκοτεινή” πλευρά,  Δυτική σκέψη

2. "Μια φορά κι έναν καιρό…"

2.1   Τι είναι το Παραμύθι

2.2   Καταγωγή και Καταγραφή των Παραμυθιών

Λέγε τα πιο σιγά για να γράφω,  Γράψ' το στο νου σου,  Η σταθερότητα των κειμένων και η ρευστότητα της λαϊκής λογοτεχνίας

2.3   Κατηγοριοποίηση Παραμυθιών

Διεθνής Κατάταξη Παραμυθιών των Aarne, Thompson, Uther (ATU),  Ταξινόμηση των Ελληνικών Παραμυθιών,  “Παραμυθιακός τύπος”,  Παραλλαγές,  “Οικότυπος”,  Μοτίβα,  Λογότυπο,  Μαγικά παραμύθια,  Νοβελιστικά παραμύθια (ή νουβέλες), Ευτράπελες Ιστορίες,  Παραμύθια με ζώα

2.4   Χαρακτηριστικά του Παραμυθιού

Λειτουργίες Propp,  Οι νόμοι του Όλρικ,  Απέριττος ο Λόγος,  Επανάληψη,  Δρώντα Πρόσωπα,  Ταπεινή καταγωγή,  Πυρηνική οικογένεια,  Ο χρόνος του μύθου,  Ο χώρος του μύθου,  Υπερρεαλιστικές καταστάσεις,  Φανταστικά όντα,  Αρχέτυπο,  Το αρχέτυπο του Τυφλού Αφηγητή,  Η λειτουργία των αντιθέσεων

2.5   Λογοτυπικές Φράσεις Παραμυθιών (Ενάρξεις, Κατακλείδες κλπ)

Εναρκτήρια τελετουργία,  Λογοτυπικές Ενάρξεις,  Λογοτυπικές Κατακλείδες,  Ανταλλαγή τυπικών φράσεων στην έναρξη και τη λήξη

2.6   Παραμύθι και σύγχρονη εποχή

Εγγράμματη Εποχή,  Σύγχρονοι Αφηγητές,  “Από Ωραία Κοιμωμένη" "Σχοινοβάτης”,  Αλλαγή Μέσων, Τόπων και Τοπίων,  Η μεταμφίεση του παραμυθιού,  Νέα Μυθολογία,  Οι Τάσεις του Σύγχρονου Παραμυθιού,  Λογοκρισία

3. Ρήσεις και Αντιρρήσεις

3.1   Γοητεία και Αμφισβήτηση του Παραμυθιού

3.2   Τα παραμύθια είναι μόνο για παιδιά;

Τέσσερις σταθμοί ενός ταξιδιού ανακάλυψης του εαυτού μας,  Φαντασία το δίχτυ ασφαλείας για τα ακροβατικά της ψυχής,  Οικοδομώντας την ολοκλήρωση

3.3   Η Ψυχ-Αγωγία του παραμυθιού

Παιδαγωγικά Οφέλη του Παραμυθιού,  Η Επικοινωνία του Παραμυθιού

3.4   Παραμύθι και Παιδί

Βάζοντας τάξη στο χάος

3.5   Το καλό στο “κακό ” των παραμυθιών

Αναγκαιότητα του κακού,  Πόλωση καλού-κακού,  Εξωραΐζοντας την ιστορία,  Η βία στη ζωή και στο παραμύθι

3.6   Θεραπεία και Παραμύθι

Η ιστορία της Ρεβέκκας

3.7   Βιβλιο-Σκορπίσματα

4. "Ψέματα κι Αλήθεια έτσι είνΆ τα παραμύθια"

4.1   Μαγικό παραμύθι, ένας αλληγορικός ποιητικός λόγος

Mύηση,  Τελετές μύησης στην ενηλικίωση,  Μετάβαση προς την αυτονομία και την αυτογνωσία,  Μοιρολόι γάμου

4.2 Ερμηνεία του μαγικού παραμυθιού σε ποιούς και πότε;

4.3   Αγαπημένα Θέματα και Σύμβολα στα μαγικά παραμύθια

Διαβατήρια Έθιμα,  Απαγόρευση,  Αναγέννηση,  Απομάκρυνση από την “πατρική εστία”,  Αποτυχία,  Τύχη- Πεπρωμένο,  Διαμόρφωση της αίσθησης της καλοτυχίας ή κακοτυχίας,  Δοκιμασίες,  Γαμήλιες Δοκιμασίες,  Πάλη,  Μυητική αμνησία,  Δάσος,  Κάτω κόσμος,  Φόβος,  Γέρος- Άχρονος,  Αμφίσημες Γριές,  Ταμπού – Απαγορεύσεις,  Ταμπού - Πραγματική μορφή του συντρόφου,  Απαγορευμένο δωμάτιο,  Το μοτίβο της ορφάνιας,  Η απουσία της μητέρας στο παραμύθι,  Μητριά,  Βασιλείς,  Αλλόκοτα Όντα:  Μοίρες,  Νεράιδες,  Γοργόνα,  Δράκος,  Λάμια,  Στρίγγλα,  Ξωτικά,  Καλικάντζαροι,  Γίγαντες & Τέρατα,  Βοήθεια των Θεών,  Ζώα Μαγικοί Βοηθοί,  Πουλιά,  Γλώσσα των Ζώων,  Μάσκες και Δέρματα ζώων,  Σαγόνια ή ράμφη ζώων,  Κόψιμο γλώσσας,  Κόκαλα και Σκελετοί,  Το φαινομενικά άχρηστο που αποβαίνει δημιουργικό και σωτήριο,  Άκαιρη Γνώση- Ανόητες Ευχές,  Η Δύναμη του Ονόματος,  Πέταγμα, ανάβαση, κατάβαση,  Η Ψυχή,  Ο Ύπνος,  Ήλιος-αρσενικό, Σελήνη-θηλυκό,  Φιλί Ζωής,  Πέρασμα του φράχτη,  Θάλασσα,  Ψάρι- Βάτραχος ,  Σίδερο,  Μαλλιά (δύναμη),  Μπότες ,  Κανιβαλισμός,  Μάννα,  Αδελφές,  Ακρωτηριασμός και Κανιβαλισμός,  Αιμομιξία,  Ο Συμβολισμός των Αριθμών:  Επτά (7) &  Τρία (3)



για μια θεωρητική ματιά εις την παραμυθία

αντί προλόγου

Τα κείμενα που ακολουθούν αποτελούν αποσπάσματα από βιβλία τα οποία τράβηξαν το ενδιαφέρον του μαλισό σε μια πρώτη ανάγνωση. Πρόκειται δηλαδή για απλές, προσωπικές, υπογραμμίσεις και άρα δεν παρέχουν ολοκληρωμένη πληροφορία, δεδομένου ότι απουσιάζει το πλαίσιο του κειμένου που περιβάλλει το απόσπασμα. Θεωρώντας, εντούτοις, ότι αυτές οι προσωπικές "υπογραμμίσεις" μπορεί να ενδιαφέρουν και άλλους, το μαλισό τις συγκέντρωσε σε αυτή την ιστοσελίδα. Η επιλογή των σχολίων καθώς και η επιλεκτική μεταφορά τμημάτων παραγράφων (πολλές φορές δεν μεταφέρεται ολόκληρη) έγινε με το σκεπτικό της “οικονομίας” της πληροφορίας και το μαλισό ελπίζει ότι δεν θίγεται “το πνεύμα” του συγγραφέα. Αν όμως κάτι τέτοιο γίνεται παρά τη πρόθεσή του, αρκεί να επισημανθεί και αμέσως θα διορθωθεί.

Τα σχόλια που επιλέχθηκαν δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση την πεμπτουσία αυτών των βιβλίων, τα οποία εμπεριέχουν πολύ περισσότερες και σημαντικότερες πληροφορίες για τα ίδια τα ζητήματα που θίγονται στην παρούσα ιστοσελίδα. Αποτελούν απλές υπογραμμίσεις και έναυσμα για αναζήτηση του ίδιου του βιβλίου και προσεκτική ανάγνωση του θέματος που σχολιάζεται. Για τούτο και εμφανίζονται λεπτομερή στοιχεία για τα ίδια τα βιβλία και τον εκδοτικό τους οίκο δίπλα από κάθε σχόλιο.

Τα αποσπάσματα δεν συνδέονται νοηματικά το ένα με το άλλο. Θα ήταν λάθος λοιπόν να διαβαστούν σαν ενιαίο κείμενο. Σκόπιμο θα ήταν να αντιμετωπιστούν σαν “σπίθες” μιας “φωτιάς” που μπορεί να φουντώσει στο νου του καθενός, ανάλογα με τα “προσανάματα” του προβληματισμού του γύρω από το εκάστοτε θέμα.

Το μαλισό μιλάει από εδώ και πέρα με … «λόγια άλλων»!


"Λόγια 'Αλλων"

[…] Σκέφτηκα ότι έπρεπε να μαζέψω όλο αυτόν το σκόρπιο θησαυρό […] Δεν το έκανα από γνώση, μα από αγάπη […] Τούτη η δουλειά έγινε από μεράκι […] Τα παραμύθια αυτά είναι να τ΄ ακούς κι όχι να τα διαβάζεις […] Είναι άλλο πράγμα ν΄ ακούς το λαϊκό παραμυθά να σου διηγιέται το παραμύθι του. Μοιάζει με το κελάιδισμα της λεύτερης καρδερίνας. Μιλάει με το στόμα του, με τα μάτια του, με τα χέρια του, μιλάει με την καρδιά του […] Πώς να μπορέσω να μεταδώσω […] τη μυστική εκείνη επικοινωνία […] Έκανα αυτό που “μπόραγα” να κάνω. Μακάρι να ΄ρθει κάποτε η ώρα μου να πω κι εγώ με τη σειρά μου “Ήμουνα κι εγώ εκεί. Βοήθησα.” (Εισαγωγή σελ 21-23, πηγή)

[...] η φαντασία … ένα λεπτό κάλυμμα της πραγματικότητας [...] (σελ.29 πηγή)

η Σεχραζάτ, χάρη στα παραμύθια της όχι μόνο γλύτωσε τον θάνατο, αλλά κατάφερε να μετατρέψει τα μισογυνικά αισθήματα του βασιλιά σε θαυμασμό και έρωτα [...](σελ.169 πηγή)

Ο Σολζενίτσιν όταν παρέλαβε το βραβείο Νόμπελ είπε: “Μερικά πράγματα οδηγούν σ' έναν κόσμο πέρα από λόγια [...] είναι σαν αυτόν τον μικρό καθρέπτη στα παραμύθια- κοιτάς μέσα του και αυτό που βλέπεις δεν είναι ο εαυτός σου. Για μια στιγμή είδες το Άφταστο [...] και η ψυχή σου το αναζητά”. (σελ.16-17 πηγή )

«Προτιμώ τη μυθολογία από την ιστορία, επειδή η ιστορία ξεκινά από την πραγματικότητα και καταλήγει στο ψέμα, ενώ η μυθολογία ξεκινά από το ψέμα και καταλήγει στην αλήθεια». (Bernando Bertolucci πηγή)


1.  Προφορική Παράδοση

Παράδοσις: η από γενεάς εις γενεάν μετάδοσις εις τους μεταγενέτερους ηθών, εθίμων, δοξασιών (Νέο Ορθογραφικόν, Ερμηνευτικόν Λεξικόν, Δ. Δημητράκου)

Το σώμα είναι τσακισμένο από τη δουλειά και η ψυχή μουδιασμένη.[...]
Ο νους έχει ανάγκη από περισσότερα και ξεστρατίζει, και όταν ξεστρατίζει
εδώ ανάμεσα σε γεωργούς, φτωχούς σε κοσμικά αγαθά, φορτώνεται έγνοιες, γιατί λένε
πως αν σκέφτεσαι πολύ, τότε θλίβεσαι, αφού η ζωή διαρκεί λίγο και ο θάνατος πολύ.
Αν η Θλίψη αιχμαλωτίσει το νου σου θα τον βυθίσει στην Απόγνωση,
έτσι που να μην μπορείς να βοηθήσεις ούτε το γείτονα ούτε τον εαυτό σου και να ξεχνάς την ιδιαίτερη αγάπη που έχει ο Θεός για σένα.[...]
Η σκληρή ζωή σου σε έχει διδάξει τις αλήθειες που οι φιλόσοφοι αναζητούν
και έτσι σηκώνεσαι και παίρνεις τους δρόμους, αναζητώντας
να ακούσεις μια ωραία ιστορία.  {Henry Glassie, the Penguin book of Irish folktales (Introduction)(σελ.173 πηγή)

[...] το παραμύθι στέκεται δίπλα – δίπλα με το τραγούδι, το νανούρισμα, το ταχτάρισμα, την παροιμία, το αίνιγμα, τους γλωσσοδέτες, τις παραλογές, τις παραδόσεις, τα παιχνίδια, τις επωδές, κι ακόμα το χορό, τα καρναβάλια, τις τελετές, τα διαβατήρια έθιμα, τα μοιρολόγια και τα δρώμενα, και τόσα άλλα. (σελ.39 πηγή)


1.1   Μύθος, Παραμύθι, Θρύλος

Κατά τον Ranke, στα τρία θεμελιώδη, πρωταρχικά φαινόμενα της αφηγηματικής δραστηριότητας αντιστοιχούν τρία βασικά είδη λαϊκής λογοτεχνίας: να υπερνικήσουμε τον κόσμο με το παραμύθι (μυθική – ηρωική ανύψωση), να ζήσουμε τον κόσμο με την παράδοση (κατάσταση αδιεξόδου και τραγικότητας), να αντισταθούμε γελώντας (λυτρωτική διακωμώδηση της νοσηρότητάς του). (σελ.45 πηγή)

[...] στο Χρόνο, τον “Καταστροφέα των Τέρψεων και Διαλυτή των Συναναστροφών και Εξολοθρευτή των Παλατιών και Προμηθευτή των Τάφων”. Η λαϊκή λογοτεχνία θωρακίζει την κοινότητα ενάντια στον πανδαμάτορα Χρόνο, τη βοηθά να διασχίσει το ποτάμι της Λήθης με το στερεό γεφύρι της Παράδοσης [...]Ο Χρόνος συνοδεύεται πάντα από την τρομερή σύντροφό του, τη Λήθη [...] η Λήθη παραμένει ο μεγαλύτερος εχθρός της ιστορίας και της λογοτεχνικής δημιουργίας [...] Από τα ομηρικά χρόνια η ανταμοιβή κάθε ανδραγαθήματος ήταν η μνημόνευση του σε ένα έπος, σε ένα τραγούδι, σε μια ιστορία. (σελ.84-85 πηγή)

Η τέχνη της προφορικής αφήγησης χάνεται στα βάθη των αιώνων γιατί σχετίζεται με μια από τις πρωταρχικές λειτουργίες του ανθρώπινου πνεύματος. Την ανάγκη του να σκαρώνει ιστορίες κι έπειτα να τις διηγείται στον περίγυρό του. Ιστορίες που άλλοτε μιλούν για ανδραγαθήματα, για κατακτητικούς ή αμυντικούς πολέμους, για το δίκαιο ή το δικαίωμα της φυλής κι άλλοτε πάλι που απαντούν στα φυσικά φαινόμενα, στην αγωνία της επόμενης σοδειάς και στον τρόμο της ημέρας που χαράζει. Θρησκευτικές τελετές γύρω από την φωτιά και δοξασίες, βάζουν στο στόμα του μάγου τον μύθο, που εξηγεί, ερωτήματα και διασκεδάζει την αγωνία του ανθρώπου για τον άγνωστο κόσμο. Τέλος στον αφηγηματικό καμβά, θα κεντηθούν ερωτόλογα και μαργαριταρένια δάκρυα, μιας και οι ιστορίες αγάπης θα έχουν πάντα σημαντική θέση στην καρδιά των ανθρώπων. Από ανάγκες τέτοιες ξεκίνησε ο άνθρωπος των αρχαίων χρόνων να πλάθει ιστορίες επινοώντας έτσι διαφορετικές κάθε φορά διηγήσεις. Διηγήσεις ηρωικές, ερωτικές ή φιλοσοφικές. Κι έπειτα ένιωσε την ανάγκη να τις κοινωνήσει στους υπόλοιπους. Άλλοτε για να μοιραστεί μαζί τους τη χαρά του ταξιδιού, άλλοτε για να διασκεδάσει την ομήγυρη κι άλλοτε πάλι γιατί ένιωθε την ευθύνη, ότι όφειλε να διδάξει τους νεότερους. Η αφήγηση έτσι απαντάται στις πρώτες κιόλας κοινωνίες πριν από την ανακάλυψη της γραφής και ευλαβικά παραδίδεται στις επόμενες γενιές διανύοντας ένα μακρύ ταξίδι, από τους προϊστορικούς χρόνους στην ιστορία, και από τον αρχαίο κόσμο στους νεώτερους χρόνους. Με τον τρόπο αυτό το λαϊκό αφήγημα καταφέρνει μαζί με το τραγούδι να θεωρείται “η σημαντικότερη γλωσσική και λογοτεχνική εκδήλωση ενός λαού” όπως επισημαίνει ο μελετητής κ. Δημήτρης Λουκάτος, ενώ ταυτόχρονα “αποτελεί το καθρέπτισμα της πνευματικότητας και της κοινωνικής ζωής” (σελ.48 πηγή)

Μύθος

Προφορικός λόγος, […] φήμη, διάδοσις, λόγια του κόσμου, […] διήγησις, ιστορικόν αφήγημα, φανταστική διήγησις, πλαστή ιστορία, παραμύθι, μυθική παράδοσις, αλληγορική διήγησις αναφερόμενη σε ζώα ή φυτά (Νέον Ορθογραφικόν Λεξικόν Δ Δημητράκου)

Οι μύθοι έχουν τη δικιά τους σοφία. Έχουν μέσα τους, σαν κατακάθι, παμπάλαιες εμπειρίες των ανθρώπων. Έχει συμπυκνωθεί μέσα τους τόσο η εντύπωση της προσδιορισμένης από την μοίρα σύνδεσης ολέθριων παραγόντων, όσο και η κατ' εξαίρεση ευκαιρία, που καμιά φορά προσφέρεται, αν κάποιος την αντιληφθεί και την χρησιμοποιήσει. Και επειδή συχνά στη ζωή παρατηρούμε ότι η παραίτηση και η μοιρολατρία μπορούν να παραλύσουν τον άνθρωπο, μπορούν να του αφαιρέσουν τις τελευταίες του δυνάμεις και να διώξουν κάθε ίχνος ελπίδας [...] (σελ.13 πηγή)

Έτσι εδώ και αιώνες οι μύθοι ταξιδεύουν. Αλλάζουν τόπους και τοπία, αλλάζουν αφεντικά και συνήθειες. Ξυπνούν και ξανακοιμούνται. Συνεχίζουν όμως να ζουν ως τις μέρες μας, υφασμένοι από την ύλη των ονείρων. Ως τη στιγμή εκείνη που ο παραμυθάς θ' ανάψει το φωτάκι που αχνά τις μορφές θα φωτίσει στο τούνελ του Χθες. Τότε τα πρόσωπα του μύθου θα'ρθουν να τον βρούνε. Κι εκείνος σαν καλός οικοδεσπότης στο ακροατήριό του θα τον συστήσει. Διαδικασία που έχει κι αυτή το δικό της κώδικα, τη δική της τελετουργία. (σελ.49 πηγή)

Στους Μύθους ο άνθρωπος έκρυψε τη σοφία του, για να τη διαδώσει κι έτσι να τη σώσει, να την διαιωνίσει [Αρ. Κατσούρα "τρίτη ματιά"]

Παραμύθι

Παραίνεσις, παρηγορία, καταπράυνσις, μετριασμός, φανταστική διήγησις θαυμασίων συμβάντων (Νέον Ορθογραφικόν Λεξικόν Δ Δημητράκου)

Για το περιεχόμενο και τη φύση των παραμυθιών υπάρχουν επίσης πολλές θεωρίες. Από αυτές η μυθολογική θεωρεί ότι το παραμύθι αποτελεί ανάπτυξη των παλιών κοσμογονικών μύθων, ενώ η συμβολιστική θεωρία ανάγει την αρχή τους σε αλληγορίες θρησκευτικών δοξασιών λατρείας. Κατά την ψυχαναλυτική θεωρία τα παραμύθια προέρχονται από τα όνειρα και ψυχικές καταστάσεις του ατόμου (σελ.10 πηγή)

Θρύλος

Θόρυβος περί σπουδαίου, προφορική παράδοσις από γενεάς σε γενεάν, ως εκ πολλών φωνών, μουρμουρητό, προφορική παράδοσις, αβεβαία φήμη.(Νέον Ορθογραφικόν Λεξικόν Δ Δημητράκου)

Ο θρύλος μια αληθοφανής πιστευτή ιστορία με ιδιαίτερο ηθικό και μεταφυσικό βάρος που συνδέεται με προσωπικά βιώματα, με τη θρησκευτική πίστη, με το υπερφυσικό ή ακόμα και με γεγονότα της τοπικής ιστορίας… τους ονομάζουν παραμύθια (όταν υπερτερούν τα πλαστά και αφηγηματικά στοιχεία) ή αντίθετα ιστορίες (στη γλώσσα μας η λέξη “ιστορία” περιγράφει εξίσου ένα γεγονός του παρελθόντος όσο και μια φανταστική διήγηση). Κατά τη μαρτυρία μιας αφηγήτριας:“Αυτή δεν ήταν μια ιστορία, ήταν ζουντανή” (σελ.30-31 πηγή)

Μορφές Συμβολικού Λόγου όμοιες και διαφορετικές συνάμα

[...] παραδόσεις, παραμύθια, ανέκδοτα. Όλα αυτά τα αφηγηματικά είδη, ενώ θεωρείται ότι περιέχουν μυθικά στοιχεία, διαφέρουν ωστόσο από το παραμύθι στο συσχετισμό τους με την πραγματικότητα και την ερμηνεία της. (σελ.16 πηγή)

Κατά την έκφραση των αδερφών Grimm(από τον πρόλογο της πρώτης έκδοσης των Παραμυθιών του 1856) …“Τα παραμύθια απορρέουν από το μύθο, είναι κοινά για όλους μας. Αποτελούν τα ίχνη μιας πίστης που χάνεται ανά τους αιώνες (…) Ο μύθος αυτός μοιάζει με τα ελάχιστα θραύσματα ενός πολύτιμου λίθου που θρυμματίστηκε, τα οποία έχουν σκορπίσει στο έδαφος, έχουν σκεπασθεί με χόρτα και λουλούδια, και μόνον μια ματιά πιο διεισδυτική από τις άλλες, μπορεί να ανακαλύψει. Το νόημά τους έχει χαθεί εδώ και καιρό, αλλά το νιώθουμε ακόμα. Αυτό το νόημα δίνει ζωή στο περιεχόμενο του παραμυθιού και ικανοποιεί ταυτόχρονα την έλξη μας προς το μαγικό στοιχείο. Αυτά τα ελάχιστα θραύσματα δεν αποτελούν απλό παιχνίδι μιας φαντασίας, χωρίς περιεχόμενο. Όσο πιο πολύ προχωρούμε στα βάθη του παρελθόντος, τόσο βλέπουμε ολοένα να τρανεύει ο μύθος, που προφανώς αποτελούσε την ενιαία ουσία της πλέον πανάρχαιης ποίησης” (σελ 20, πηγή)

Στην ελληνική γλώσσα, η μυθική διάσταση του παραμυθιού είναι φανερή στην ίδια τη λέξη: παραλίγο μύθος και μεγάλο χωνευτήρι – η κοιλιά του πίθαρος – όπου θάβουμε κι απ' όπου ξεθάβουμε ό,τι η συλλογική μνήμη κρατάει και διώχνει, κι ακριβώς μέσα απ' αυτές τις ασήμαντες ιστορίες κρατάμε ένα μεγάλο μύθο ζωντανό μέσα μας, γιατί κι η δική μας η κοιλιά είναι πίθαρος, σύμφωνα με μιαν άλλη παραλλαγή του ρητού. (σελ.18πηγή)

… Ο μύθος ανήκει σ' όλο το ανθρώπινο γένος. Αν και περιέχει τμήματα απ' την ιστορία του, ασχολείται κυρίως με υπερφυσικά πράγματα -θεούς, δημιουργούς, υπερφυσικές δυνάμεις και ήρωες. Είναι κυρίως θρησκευτικός. Ο θρύλος, απ' την άλλη μεριά έχει ιστορικές βάσεις. Πολλές φορές έχει τραγικό τέλος, ενώ το παραμύθι έχει πάντα ευτυχισμένο τέλος. Οι αδελφοί Γκριμμ χαρακτήρισαν τον θρύλο σαν “ιστορικό” και το παραμύθι σαν “ποιητικό”. Το ένα είναι ρεαλιστικό, ενώ το άλλο όχι. Ο θρύλος, αν δεν συνέβη, τουλάχιστον θα μπορούσε να είχε συμβεί. Το παραμύθι συμβαίνει μόνο στον χώρο της φαντασίας. Η βάση του θρύλου είναι πάντα λογική, ενώ του παραμυθιού παράλογη. Ο θρύλος σπάνια ξεφεύγει από την πραγματικότητα, αλλά ακόμα και τότε το υπερφυσικό παίζει δευτερεύοντα ρόλο [...]Στον θρύλο ο άνθρωπος βρίσκεται αντιμέτωπος με τα στοιχεία της φύσης ή με άλλους ανθρώπους. [...] υπερφυσικές δυνάμεις, που εκφράζουν έναν κόσμο πέρα από τον φυσικό, τον οποίο δεν μπορεί να ελέγξει [...] η δύναμη της μαγείας και της μεταμόρφωσης είναι φανερή [...] Είναι η παρουσίαση μη ανθρώπινων δυνάμεων, που υπάρχουν σ' έναν διαφορετικό κόσμο, που βρίσκεται πάνω ή κάτω από τον δικό μας. Οι καλές μάγισσες υπάρχουν για να βοηθήσουν αυτούς που τους έχουν ανάγκη, που πιστεύουν σ' αυτές και ζητούν τη βοήθειά τους. Οι κακές μάγισσες και τα ξωτικά προσπαθούν να δημιουργήσουν προβλήματα και απειλούν τον ήρωα[...] Ενώ ο μύθος έχει ένα βαθύτερο νόημα, και ο θρύλος είναι γεμάτος με δράση, το παραμύθι έχει μια ρομαντική και συγκινησιακή γοητεία [...] Ο μύθος και ο θρύλος προέρχονται και ασχολούνται με τον πολιτισμό και τις εμπειρίες ενός ορισμένου έθνους, και απευθύνονται σ' αυτό, ενώ το παραμύθι ασχολείται με τις εμπειρίες ενός μόνον ατόμου, συνήθως ανώνυμου, που διαθέτει χαρακτηριστικά με τα οποία ο καθένας μπορεί να ταυτιστεί. Επίσης παρουσιάζει τα γεγονότα μέσα από τα μάτια καθημερινών ανθρώπων [...] λίγοι από αυτούς αναφέρονται με το όνομά τους [...] είναι περιγραφικό και όχι προσωπικό.Το παραμύθι[...] λειτουργεί σ' έναν χώρο μαγείας και φαντασίας, ελεύθερο από τα όρια του χρόνου [...] έχουν τη δυνατότητα της μεταμόρφωσης. Μπορούν ν' αλλάξουν την εξωτερική τους μορφή χωρίς να χάσουν την αρχική τους ταυτότητα [...] μπορεί να έχουν κάποια υπερφυσική δύναμη [...] να ξαναποκτήσουν τη φυσιολογική τους μορφή και να συνεχίσουν φυσιολογικά τη ζωή τους, όταν αποσυρθεί η κατάρα [...] Ο ήρωας μπορεί να πεθάνει στον μύθο ή στον θρύλο, αλλά στο παραμύθι, αν σκοτωθεί, είναι σίγουρο ότι θα επιστρέψει στη ζωή με υπερφυσικό τρόπο. (σελ.17-19 πηγή )

Ο LevisStrauss παρατηρεί εξάλλου ότι “διηγήσεις, που σε μια κοινωνία έχουν παραμυθιακό χαρακτήρα, αποτελούν μύθους σε μιαν άλλη κοινωνία, κι αντίστροφα ([...]). Καταρχήν τα παραμύθια κατασκευάζονται με βάση λιγότερο έντονες αντιθέσεις απ' αυτές που συναντούμε στους μύθους: όχι κοσμολογικές, μεταφυσικές ή φυσικές, όπως στους τελευταίους, αλλά συχνότερα τοπικές, κοινωνικές ή ηθικές ([...]). Το παραμύθι είναι μύθος σε μινιατούρα, όπου οι ίδιες αντιθέσεις μεταφέρονται σε μικροκλίμακα κι ουσιαστικά το στοιχείο αυτό καθιστά πολύ δύσκολη τη μελέτη του”. (σελ.18πηγή)

Για τον Andrew Lang, ιδρυτή της εθνογραφικής σχολής, το παραμύθι είναι αρχαιότερο από τον μύθο και δημιουργήθηκε ταυτόχρονα σε διάφορες χώρες, σε πολιτισμούς ανόμοιους μεταξύ τους κι απομακρυσμένους, που βρίσκονταν ωστόσο στο ίδιο πάντα πολιτισμικό στάδιο, του τοτεμισμού και του ανιμισμού. Η θεωρία αυτή της πολυγένεσης [...] (σελ.17πηγή)

Στο [...] θρύλο, το κλίμα είναι πιο βαρύ και σκοτεινό. Τα πλάσματα του παραμυθιού ανήκουν σ' έναν δικό τους, πιο ελαφρύ κόσμο. Στον θρύλο οι νεκροί εμπνέουν φόβο, ενώ στα παραμύθια εμφανίζονται με απλό τρόπο για να βοηθήσουν αυτούς που είναι ακόμα στον κόσμο. Αυτό που στον θρύλο φοβίζει, στο παραμύθι είναι μια βοηθητική παρουσία. (σελ.62 πηγή)

[...] Οι ιστορίες εκπληρώνουν τις ψυχικές και πνευματικές ανάγκες του ατόμου, όπως ο μύθος τις ανάγκες της φυλής [...] Και τα δυο δείχνουν την συνεχή πάλη του ανθρώπου για ν' ανακαλύψει την πραγματική του αξία, τον εσωτερικό του εαυτό, τη θέση του στο σύμπαν. Στις πλοκές τους βλέπουμε τη Δημιουργία, τον Χαμένο και Ξανακερδισμένο Παράδεισο, την Ένωση των Αντιθέτων, τη Μύηση, την Πάλη ανάμεσα στο Καλό και το Κακό και το Νόημα της Ζωής. Ένα νόημα που μπορεί να είναι ηθικό, κοινωνικό, ψυχολογικό, μυθολογικό ή πνευματικό, ανάλογα με την ερμηνεία και τις ανάγκες του καθενός. Όμως το κύριο στοιχείο του παραμυθιού είναι η μύηση, η ολοκλήρωση, η μεταμόρφωση του ανθρώπου με υπερφυσική βοήθεια και η μετάβασή του από θνητό σε αθάνατο, μέσα από τον συνεχή κύκλο της γέννησης, του θανάτου και της αναγέννησης μέχρι να μπορέσει ο άνθρωπος να ζήσει ευτυχισμένος για πάντα. (σελ.177-179 πηγή )

[...] η σαφής διάκριση του παραμυθιού (μια ιστορία φαντασίας) από την παράδοση – θρύλο (μια αληθοφανή, πιστευτή ιστορία [...] οι συναντήσεις με το υπερφυσικό λειτουργούν προειδοποιητικά για την αδυναμία μας να στηριχτούμε πάνω σε οποιαδήποτε βεβαιότητα. (σελ.30 πηγή)

Ο ήρωας και η ηρωίδα, αν και μπορούν να πεθάνουν στον θρύλο και τον μύθο, στο παραμύθι είναι τόσο απομακρυσμένοι από τον θάνατο, που αυτός πια δεν έχει καμιά σημασία γι' αυτούς αφού ζουν σε μια άχρονη αιωνιότητα [...] το αντίθετο. Μια στιγμή στο κόσμο των ξωτικών ισοδυναμεί με αιώνες. Όποιος αιχμαλωτίζεται από ξωτικά ή τον καταριούνται, χάνει κάθε αίσθηση του χρόνου, συνήθως για προσδιορισμένα χρονικά διαστήματα, όπως ένα χρόνο και μια μέρα, τρία, εφτά ή εκατό χρόνια [...] δυνάμεις της λησμονιάς που ασκούν τα ξωτικά [...] Σάγκρι-Λα, αυτοί που ζουν μέσα σ' αυτή την αχρονικότητα δεν γερνούν, αλλά όταν την εγκαταλείψουν, τα χρόνια βαραίνουν πάνω τους, και είτε πεθαίνουν αμέσως, είτε γίνονται σκόνη μόλις ξαναδοκιμάσουν τροφή θνητών [...] Η παραισθητική φύση του χρόνου φαίνεται και από το γεγονός ότι ο χορός των ξωτικών μπορεί να διαρκέσει έναν ολόκληρο χρόνο ή και περισσότερο. (σελ.113-116 πηγή )

Μύθος & Παραμύθι, Ομοιότητες και Διαφορές

Από που έρχονται, από ποια κοινή κοιτίδα, από μια ή από πολλές; Υπήρχαν πριν από τους μύθους ή δημιουργήθηκαν αργότερα, μετά την παρακμή τους; Απεικονίζουν μυητικές τελετουργίες πρωτόγονων λαών; Γεννήθηκαν πριν ή μετά τις τελετουργίες αυτές; (σελ.17πηγή)

Στον αιώνα μας, όπως όλοι γνωρίζουμε, η προβληματική αλλάζει. Οι ερευνητές δεν ενδιαφέρονται τόσο για την κοιτίδα των (ινδοευρωπαϊκών) μύθων όσο για τη μορφή και τους μετασχηματισμούς της αφήγησης, που φαίνεται να διέπεται από πανίσχυρους καθολικούς νόμους. (σελ.17πηγή)

Μερικά παραμύθια και λαϊκές ιστορίες προέκυψαν από μύθους, άλλα ενσωματώθηκαν σ' αυτούς. Και οι δυο μορφές ενσωμάτωναν τη συσσωρευμένη εμπειρία μιας κοινωνίας, γιατί οι άνθρωποι ήθελαν να ανακαλούν για τους εαυτούς τους τη σοφία του παρελθόντος και να τη μεταδίδουν στις μελλοντικές γενιές. Αυτές οι ιστορίες παρέχουν βαθιές και διορατικές γνώσεις που στήριξαν τους ανθρώπους στις μακρόχρονες περιπέτειες της ζωής τους, μια κληρονομιά που με καμιά άλλη μορφή δεν αποκαλύπτεται στα παιδιά με τόσο απλό, άμεσο και προσιτό τρόπο. (σελ.41πηγή)

Άλλοι ερευνητές, όπως ο Saintyves, τονίζουν τη σημασία της λαϊκής τελετουργίας για το σχηματισμό των μύθων. Τα πρόσωπα του παραμυθιού είναι απόμακρες αναμνήσεις λησμονημένων τελετών: η Σταχτοπούτα, για παράδειγμα, προέρχεται από την τελετή του Καρναβαλιού, όπου παλαιότερα περιέφεραν σ' όλο το χωριό μια γυναίκα σκεπασμένη με στάχτες, τη λεγόμενη “αρραβωνιαστικιά”. Αυτά τον Φεβρουάριο, που, κάποτε, ήταν ο μήνας των αρραβώνων. (σελ.17πηγή)

[...] ο μύθος θεωρείται ιερός λόγος που αφορά συλλογικά πεπρωμένα, ενώ το παραμύθι ψυχαγωγικός λόγος με την ευρύτερη έννοια της αγωγής της ανθρώπινης ψυχής, που όμως βρίσκεται στον αντίποδα του ιερού λόγου, γιατί βασίζεται στη σύμβαση ότι θα πούμε ψέματα (αν και, όπως λέει η Nicole Belmont, όταν δηλώνεται το ψέμα υπονοεί μια κρυμμένη αλήθεια) [...] ο ιερός λόγος των μύθων μιλάει για θεούς και ήρωες που έχουν ονόματα, έχουν πατρίδα [...] ο ταπεινός λόγος των παραμυθιών μιλάει για κοινούς ανθρώπους που ούτε καν έχουν ονόματα [...] στα παραμύθια οι ήρωες είναι πιο αρχέτυποι, λιγότερο “ανθρώπινοι” από τους ήρωες των μύθων.  (σελ.20-22 πηγή)

Διαφέρουν οι Ήρωες

Ενώ στο μύθο και το έπος ο ήρωας είναι ημίθεος ή έχει εξαιρετικές σωματικές ικανότητες, αντίθετα στο λαϊκό παραμύθι ο ήρωας ή η ηρωίδα είναι ως επί το πλείστον άτομα παραγνωρισμένα και περιθωριοποιημένα […] Όμως τα μαγικά παραμύθια έχουν σκοπό την “παραμυθία”, είναι το κατεξοχήν παρηγορητικό λογοτεχνικό είδος.(σελ.272 πηγή)

Πραγματεύονταικαι οι δύο τα Όρια

Για μένα, μύθος και παραμύθι πραγματεύονται τα “όρια αλλά όχι πάντα με τον ίδιο τρόπο. Ο μύθος συχνά βασίζεται στην υπέρβαση των ανθρώπινων ορίων (ύβρις) και στην τιμωρία αυτής της υπέρβασης (νέμεσις), γι' αυτό και συνήθως έχει κακό τέλος.[...] πάνω απ' όλα μιλάει (το μαγικό παραμύθι) για τη μετάβαση από τον κόσμο της φύσης στον κόσμο του πολιτισμού, από τον κόσμο του παιδιού στον κόσμο της ενηλικίωσης. Η μετάβαση αυτή απαιτεί από τον ήρωα ή την ηρωίδα να ξεπεράσει τον παλιό του εαυτό, να ξεπεράσει τα “όρια” από το ζώο στον άνθρωπο, από το παιδί στον 'μεγάλο”, γι' αυτό και, για να ενισχύσει το άτομο στο να ξεπεράσει το φόβο του (κάθε είδους) μεγαλώματος, σχεδόν πάντα έχει καλό τέλος [...] Στους μύθους διαπραγματεύεσαι με άλλους – έστω, τους θεούς – ενώ στα παραμύθια διαπραγματεύεσαι με τον εαυτό σου και είτε εγκλωβίζεσαι στις απώλειές σου είτε μετακινείσαι, που πάει να πεις: Πεθαίνεις ή αυτονομείσαι. (σελ.20-22 πηγή)

"Ψέματα κι αλήθεια"

Οι μύθοι δηλώνουν σαφώς μια ηθική αλήθεια. Δεν υπάρχει κανένα κρυμμένο νόημα, δεν αφήνεται τίποτα στη φαντασία μας. Αντίθετα, το παραμύθι αφήνει σΆ εμάς να αποφασίσουμεγια όλα, ακόμη και το αν θέλουμε να πάρουμε κάποια απόφαση ή όχι. Έγκειται σΆ εμάς να αποφασίσουμε αν θα εφαρμόσουμε στη ζωή μας το παραμύθι ή απλώς θα απολαύσουμε τα φανταστικά γεγονότα που μας περιγράφει. Η απόλαυση μας παρακινεί να ανταποκριθούμε, όταν έρθει για εμάς η στιγμή, στα κρυμμένα νοήματα, εφόσον σχετίζονται με εμπειρίες της ζωής μας και παρουσιάζουν καταστάσεις που αντιστοιχούν στην προσωπική μας ανάπτυξη. (Σελ 65 πηγή)

Ο μύθος είναι λατρευτικό αντικείμενο, αποτελεί κομμάτι αναπόσπαστο των θρησκευτικών λαϊκών δοξασιών, πριν και πέρα από την εφεύρεση της επιστημονικής σκέψης. Στους μύθους πίστευαν οι άνθρωποι ανέκαθεν. Ενώ το παραμύθι ψεύδεται, το διακηρύσσει περίτρανα και δεν επιδιώκει να το να πείσει κανέναν για το αληθές των λόγων του. Ήταν και δεν ήταν, αρχίζουν πολλά παραμύθια για να περιγράψουν συνήθως μια ρεαλιστική σκηνή: ένας βασιλιάς με δυο γιούς, μια μάνα με τρεις κόρες, κ.ο.κ. Ο παραμυθάς επιμένει, σε κάθε αφήγηση πως δεν πρέπει να τον παίρνουμε στα σοβαρά:

ήμουνα κι εγώ εκεί
κι έφαγα μια σούβλα φακή
κι όσο περνάει στη σούβλα η φακή,
τόσο να πιστέψετε κι εσείς την ιστορία αυτή. (σελ.17 πηγή)

“Ταξικές” … Διαφορές

“ [...] Ο χωρικός εκφραζόταν με την αλήθεια, έστω και υπερβολική – χαρακτηριστικό της σάτιρας - του αντιμύθου του, ο αστός με το ψέμα του μύθου του” (σελ.46 πηγή)

Από τη πλευρά της ψυχολογίας

[...] μια ουσιαστική διαφορά των παραμυθιών από τους μύθους, οι οποίοι προβάλλουν μια ιδεώδη προσωπικότητα, η οποία δρα σύμφωνα με τις απαιτήσεις του Υπερεγώ [...] τα παραμύθια απεικονίζουν την ολοκλήρωση του Εγώ, η οποία επιτρέπει την κατάλληλη ικανοποίηση των επιθυμιών του Εκείνου. Αυτή η διαφορά υπογραμμίζει και την ουσιαστική αισιοδοξία των παραμυθιών εν αντιθέσει με τη διεισδυτική απαισιοδοξία των μύθων. (σελ.80 πηγή)


1.2   Παράδοση και Παραλαβή

“Άλλοι σπείρανε αυτό που εμείς τρώμε. Εμείς σπέρνουμε αυτό που άλλοι θα φάνε.” (Αρχαίο Περσικό γνωμικό πηγή)

Κι οι παραμυθάδες είναι μεγάλοι ψευταράδες, που όμως λένε πάντα την αλήθεια. Αυτή την αυθαίρετη αλήθεια που παρέλαβα [...] κάποιοι να θελήσουν να την παραλάβουν κι αφού πετάξουν ό,τι τους είναι περιττό κι ανώφελο και προσθέσουν το δικό τους λιθαράκι, να την παραδώσουν με τη σειρά τους σε άλλους κι εκείνοι σε άλλους. (σελ.15-16 πηγή)

Για μένα,το κριτήριο που καθορίζει αν κάποιος είναι παραμυθάς [...] είναι αν αυτός που άκουσε το παραμύθι θα συγκινηθεί (συν-κινηθεί μαζί με τον παραμυθά, μαζί με το παραμύθι), αν θα το θυμηθεί και θα θελήσει να το πει σε άλλους [...] το κριτήριο, λοιπόν, είναι αν έγινε η “παράδοση”. (σελ.16 πηγή)

Έτσι εδώ και αιώνες οι μύθοι ταξιδεύουν. Αλλάζουν τόπους και τοπία, αλλάζουν αφεντικά και συνήθειες. Ξυπνούν και ξανακοιμούνται. Συνεχίζουν όμως να ζουν ως τις μέρες μας, υφασμένοι από την ύλη των ονείρων. Ως τη στιγμή εκείνη που ο παραμυθάς θ' ανάψει το φωτάκι που αχνά τις μορφές θα φωτίσει στο τούνελ του Χθες. Τότε τα πρόσωπα του μύθου θα' ρθουν να τον βρούνε. Κι εκείνος σαν καλός οικοδεσπότης στο ακροατήριό του θα τον συστήσει. Διαδικασία που έχει κι αυτή το δικό της κώδικα, τη δική της τελετουργία. (σελ.49 πηγή)

Το άκουσμα ενός παραμυθιού και η σύλληψη των εικόνων που περιγράφει μπορεί να συγκριθεί με σκόρπισμα σπόρων, από τους οποίους μόνο μερικοί θα φυτευτούν στο μυαλό του παιδιού. Μερικοί θα δουλέψουν στο συνειδητό του αμέσως, άλλοι θα παρακινήσουν διαδικασίες στο ασυνείδητό του. Κάποιοι άλλοι θα χρειαστεί να παραμείνουν μεγάλο διάστημα ανενεργοί μέχρις ότου ο νους του παιδιού φτάσει σ΄ένα στάδιο κατάλληλο για τη βλάστησή τους, και πολλοί ούτε καν θα ριζώσουν. Όμως εκείνοι οι σπόροι που θα πέσουν στο σωστό έδαφος θα αναπτυχθούν σε ωραία λουλούδια και σε γερά δέντρα, δηλαδή θα ενισχύσουν σημαντικά αισθήματα θα προωθήσουν τη διορατικότητα, θα θρέψουν ελπίδες, θα μειώσουν τα άγχη και κατ' αυτό τον τρόπο θα εμπλουτίσουν τη ζωή του παιδιού εκείνη τη στιγμή και για πάντα. Η αφήγηση ενός παραμυθιού με κάποιον ιδιαίτερο στόχο άλλον από τον εμπλουτισμό της εμπειρίας του παιδιού μετατρέπει το παραμύθι σε ηθοπλαστική ιστορία, σε αλληγορικό μύθο ή σε κάποια άλλη διδακτική εμπειρία που απευθύνεται στη συνειδητή νόηση του παιδιού, ενώ ένα από τα μεγαλύτερα χαρίσματα αυτού του είδους της λογοτεχνίας είναι ότι αγγίζει επίσης άμεσα το ασυνείδητο. (σελ.220 πηγή)

Ο αρχέτυπος χαρακτήρας και η συμβολική τους μορφή κάνουν τα παραμύθια κατανοητά σε άτομα διαφορετικών ηλικιών, εποχών και πολιτισμών και παρέχουν τις γέφυρες [...] όχι μόνο ανάμεσα στους πολιτισμούς αλλά και ανάμεσα στα διαφορετικά επίπεδα του ίδιου ανθρώπου, στη φωτεινή και σκοτεινή του πλευρά, στις πνευματικές και συναισθηματικές του συγκρούσεις. Μέσα από τα αρχέτυπα αυτά σύμβολα εκφράζονται και οι ανάγκες του ανθρώπου. (σελ.12 πηγή)

… οι αδιάκοπες συγκρούσεις στον κόσμο, είτε με πολέμους, είτε με τους παράλογους φόβους και το άγχος της καθημερινής ρουτίνας [...]Η μόλυνση δηλητηριάζει το σώμα των ανθρώπων, ενώ ο ρυθμός της ζωής υποσκάπτει την ψυχική τους ισορροπία. Μέσα σ' έναν τέτοιο κόσμο τα παραμύθια “απομυθοποιούνται”, χάνουν ολοένα περισσότερο το συγκινησιακό, το συναισθηματικό τους δυναμισμό. Και φυσικά χάνουν επίσης τα όργανα και τα μέσα διάσωσης, διάδοσης και δημιουργία τους: τους αντικειμενικούς παράγοντες που τα δημιούργησαν και τα διέσωσαν, δηλαδή την αγροτική κλειστή κοινωνία, τα παραδοσιακά καφενεία, τα συνεχή νυχτέρια, τους λαϊκούς παραμυθάδες κλπ. (σελ.273 πηγή)

[...] το ξένο στοιχείο δεν μπορεί να κατανοηθεί, ούτε να “αισθηματοποιηθεί” εύκολα από το παιδί στην έκταση και το βάθος που πρέπει. Αντίθετα η τοπική παράδοση με τον εθνικό της χαρακτήρα ελκύει: ονόματα, μύθοι, παροιμίες ή παροιμιακές φράσεις, ιστορίες και άλλα στοιχεία από τον τόπο και το περιβάλλον του παιδιού, του δημιουργούν γοητευτικές εντυπώσεις και σχηματίζουν σιγά–σιγά σύμβολα που αποθηκεύονται στο υποσυνείδητο και αποτελούν έναν πλούτο, του οποίου η χρησιμότητα θα φανεί στο μέλλον. Τελικά, αν σκοπός μας με την προσφορά παραμυθιών ή γενικά έργων της παιδικής λογοτεχνίας, είναι η ψυχική διαμόρφωση, ο πλουτισμός της παιδικής ψυχής με συναισθήματα ιδέες και ηθικές αξίες, αυτό δεν είναι δυνατό να γίνει παρά με απλά μέσα και σύμφωνα με την οικεία παράδοση, η οποία θα πλαισιώνει την οπωσδήποτε προσεχτική, δικαιολογημένη και αλληλοεξαρτώμενη ανάμιξη των απλούστερων δεδομένων με τις νέες γνώσεις και τα επιτεύγματα. (σελ.277 πηγή)


1.3   Ιστορητής

”Τα παραμύθια πρέπει να έχεις το χρόνο να τα ονειρεύεσαι”

Μια φράση που είπε ένας «λίγων γραμμάτων» Γάλλος παραμυθάς (καλαθοποιός για βιοπορισμό) στην ανθρωπολόγοArianedeFelice, όταν τον ρώτησε με ποιο τρόπο προετοιμάζει τις αφηγήσεις του.Στην αρχή ξαφνιάστηκε, ύστερα την κοίταξε βαθιά στα μάτια κι αποκρίθηκε:Τα παραμύθια πρέπει να έχεις το χρόνο να τα ονειρεύεσαι”. (σελ.157 πηγή)

Ποιος μπορεί να αφηγηθεί;

“Όλοι, αλλά [...]" “Όχι όλα τα παραμύθια, όχι όλες τις στιγμές” [...] (σελ.95 πηγή)

[...]”άκου να δεις”. Ο αφηγητής μιλάει με τέτοιο τρόπο, ώστε ο ακροατής ακούει και πάνω απ' όλα βλέπει την ιστορία. (σελ.121 πηγή)

“Τάισμα με το κουτάλι”

[…] ο παραμυθάς μεταφέρει “όνειρα του συλλογικού ασυνείδητου” όχι σΆ ένα κοινό αλλά σε πρόσωπα [...] σαν να είναι βασική τροφή. [...]  δεν μπορείς να βάζεις το κουτάλι όπου να ΄ναι. Το βάζεις στο στόμα του κάθε προσώπου που ακούει [...] Επίσης πρέπει να θέλουν να ταϊστούν [...] (σελ.139 πηγή)

Ιστορητής

“ [...] έναν μυστήριο τύπο, που δε θυμίζει ούτε θεραπευτή ούτε ιερέα [...] Να, δηλαδή, ίσως είναι λίγο κι απ' τα δύο [...] ” (σελ.91 πηγή)

[…] Να ήταν αρχηγός ή μέντορας όλης της κοινότητας; Όχι δεν έμοιαζε να ασκεί καμιά ιδιαίτερη εξουσία [...] Ίσως ο ιστορητής να ασκούσε πνευματική ηγεσία [...] το λειτούργημα του ιστορητή έμοιαζε να είναι κυρίως αυτό που δήλωνε το όνομά του: να ιστορεί. (σελ.92 [Θ 20])

[...] αυτός που ταξιδεύει την λέξη [...] ο ανώνυμος ιστορητής της ιστορίας της ανθρωπότητας και ποια η σκευή του; Είναι ένας άνθρωπος που περπατάει τον κόσμο των ονείρων και των ίσκιων, ή ένας ικανός επαγγελματίας που γνωρίζει τα μυστικά της τέχνης της υπόκρισης επειδή οι προηγούμενοι του τα παρέδωσαν; (σελ.48 πηγή)

Ταξιδευτής

[...] οι ιστορητές, μάλλον ήταν κάτι σαν ταχυδρόμοι της κοινότητας. Πρόσωπα που μετακινούνταν από το ένα σπιτικό στο άλλο, στην αχανή έκταση [...] ιστορούσαν. Τα στόματά τους ήταν οι συνεκτικοί δεσμοί μιας κοινότητας την οποία η ανάγκη για επιβίωση είχε υποχρεώσει να κομματιαστεί και να διασκορπιστεί στους τέσσερις ανέμους. Χάρη στους ιστορητές, οι γονείς μάθαιναν νέα των παιδιών τους, οι αδελφοί των αδελφών τους, χάρη σε κείνους πληροφορούνταν τους θανάτους, τις γεννήσεις και τα άλλα γεγονότα της φυλής [...] (σελ.93 πηγή)

[...] ταξιδεύοντας για μέρες ή εβδομάδες και μεταφέροντας ιστορίες πέρα δώθε[...], να θυμίζουν σε κάθε μέλος της φυλής ότι οι υπόλοιποι ζούσαν, ότι παρά τις μεγάλες αποστάσεις που τους χώριζαν αποτελούσαν μια κοινότητα και μοιράζονταν την παράδοση, τις πεποιθήσεις, τους προγόνους, τις χαρές και τις συμφορές, η φευγαλέα, ίσως θρυλική σιλουέτα αυτών των ιστορητών οι οποίοι, με το απλό και πανάρχαιο μέσον- τρόπο, ασχολία, ανάγκη, μανία- της ανιστόρησης, συνιστούσαν το ζωτικό χυμό που κυλούσε στις φλέβες της κοινωνίας των Ματσιγκένγα και τους μετέτρεπε σε κοινότητα, σε λαό με αλληλεγγύη και επικοινωνία [...] (σελ.94 πηγή)

Είχαν μια τάση σχεδόν αρρωστημένη να ακούνε και να αφηγούνται ιστορίες, ήταν αδιόρθωτοι κουτσομπόληδες. Δεν μπορούσαν να μείνουν σ' ένα μέρος, δεν ένιωθαν την παραμικρή προσκόλληση στον τόπο όπου ζούσαν, θα έλεγε κανείς πως τους κατείχε το δαιμόνιο της μετακίνησης. Το δάσος ασκούσε πάνω τους ακατανίκητη γοητεία. (σελ.104 πηγή)

Άχρονος στο παρόν του ακροατή

“Έχω την εντύπωση πως ο ιστορητής δε φέρνει μόνο πρόσφατες ειδήσεις. Ανιστορεί και το παρελθόν. Είναι πολύ πιθανό ν' αποτελεί μ' αυτόν τον τρόπο, την μνήμη της κοινότητας. Να εκπληρώνει μια αποστολή παρόμοια με εκείνη των μεσαιωνικών τροβαδούρων” [...] ήταν εύκολο να μπερδευτεί το παρελθόν με το παρόν. […] το “τώρα” περιλάμβανε συχνά το σήμερα και το χθες, και το ρήμα σε ενεστώτα χρόνο το χρησιμοποιούσαν συχνά για ν' αναφερθούν σε πράξεις του πρόσφατου παρελθόντος. Ήταν λες και μονάχα το μέλλον είχε στα μάτια τους ξεκάθαρα όρια. (σελ.93-94 πηγή)

Το ποιος είναι ο αφηγητής, ως πρόσωπο, το βρίσκουμε στις πρόβες, ανάλογα με το παραμύθι, και καθώς προχωρεί η αφήγηση, υποδηλώνονται τα διαφορετικά πρόσωπα, με τη φωνή, την έκφραση, τη χειρονομία και ολοκληρώνονται στη φαντασία του θεατή – ακροατή. Γίνεσαι απρόσωπος για να υποστασιοποιηθούν όλα τα πρόσωπα, που εν τέλει τα αναγνωρίζεις, είναι κομμάτια του εαυτού σου. Σας μιλώ για κάτι ΥΠΕΡΟΧΟ: τις ΑΝΑΚΑΛΥΨΕΙΣ!! (σελ.82 πηγή)

Τι είναι παραμυθάς

Ο Michel Hindenock πιστεύει ότι ο αφηγητής είναι πέντε πράγματα (σαν τις πέντε αισθήσεις):

1.   Μια Φωνή [...]
2. Μια Γλώσσα [...]
3. Ένα Σώμα [...]
4. Μια Καρδιά [...]
5. Ένας Κήπος [...] (σελ.121-122 πηγή)

[...] παραμυθάς για μένα θα ήταν κάποιος που τη στιγμή της αφήγησης:

      1.     Είναι αληθινός [...]
2.   Λέει την αλήθεια [...]
3.   Είναι “χωρίς δέρμα” [...]
4.   Είναι ενήλικος [...]
5.   Είναι σύγχρονος με το κοινό [...]
6.   Είναι ανοιχτός στη ζωή [...]
7.   Ανοίγει την πόρτα στα στοιχειά και στους αγγέλους [...] (σελ.80 πηγή)

Το φύλο του παραμυθά

Η αρχή και το τέλος αλλά και ο τρόπος της αφήγησης εξαρτώνται από τις ικανότητες του Παραμυθά, ο οποίος ήταν συνήθως άνδρας, αλλά και γυναίκα [...] Ο Στίλπων Κυριακίδης υποστήριξε ότι τα παραμύθια απέκτησαν καλλιτεχνική μορφή και αξία μόνο όταν τα αφηγούνταν άντρες και το ακροατήριο ήταν ενήλικες και όχι παιδιά. Από τότε που το παραμύθι πέρασε στις γυναίκες (γιαγιάδες), οι οποίες σπάνια μετακινούνταν πέρα από τα όρια της κοινότητας και κατά συνέπεια δεν διέθεταν μεγάλο πλούτο παραστάσεων, έγινε συντομότερο και φτωχότερο και το ακροατήριο του είναι τα παιδιά. Ο Παραμυθάς ήταν πρόσωπο σεβαστό και περιελάμβανε στο θεματολόγιο του τολμηρές περιπέτειες, δικαίωση για τον άτυχο, αναπάντεχη τύχη, καλοπαντρέματα, ευωχία με εδέσματα φανταστικά κι ό,τι άλλο επιθυμούσε κανείς. (σελ.9, πηγή)

[...] Παραμυθάδες ήταν κυρίως άντρες, αλλά δεν έλειπαν και οι “παραμυθούδες”, οι οποίες προτιμούσαν τη γυναικεία συντροφιά και συχνά τη ζεστασιά του φούρνου του χωριού. Οι διηγήσεις των γερόντων παραμυθάδων ήταν σπουδαιότερες, κατά τον Αδαμαντίου, εκτενέστερες και “ψυχολογικότερες”, ενώ αυτές που έλεγαν οι γριές ήταν αρχαϊκότερες και, από την άποψη της γλώσσας, σπουδαιότερες, αν και απλούστερες και βραχύτερες [...] επειδή οι γυναίκες σπανίως τολμούσαν να μιλήσουν μπροστά σε μεγάλο ακροατήριο· ακροατήριο των δικών τους αφηγήσεων ήταν μικρά παιδιά [...]αγώνες παραμυθάδων [...] η “αποπαίδωσις των ηρώων” στα παραμύθια, η μεταβολή δηλαδή των ηρώων σε παιδιά, οφείλεται στο γεγονός ότι το παραμύθι πέρασε στη δικαιοδοσία των γυναικών και σιγά σιγά έγινε συντομότερο και έχασε “τον τεχνικόν χαρακτήρα, τον οποίον είχε εις το στόμα των παραμυθάδων” [...] σπουδαίο παραμυθά [...] ο οποίος σαγήνευε το ακροατήριό του [...] του τυφλού παραμυθά [...] και μυθολογούσε για ώρες, μέχρι αργά το βράδυ (σελ.167-169 πηγή)

Ο ρόλος του παραμυθά

Ο παραμυθάς προσφέρει μαζί με την παιδεία και αισθητική απόλαυση. Λοιπόν τι αξία έχει ο δάσκαλος που ήρθε στο χωριό, αν δεν ξέρει να λέει ωραία παραμύθια και ψαλμούς; Ο παραμυθάς τον μυριζόταν για ανταγωνιστή του στον παιδαγωγικό του ρόλο και γι' αυτό τονίζει τη δική του προσφορά στην αισθητική αγωγή, αφού σίγουρα οι γραμματισμένοι δεν μπορεί να μαθαίνουν παραμύθια και τραγούδια και να τα μεταδίδουν στα παιδιά. Ο δάσκαλος ήταν για τους αριθμούς και τα γράμματα και ο παραμυθάς για τις ιστορίες και τα τραγούδια. (σελ.172 πηγή)

Τυχερός όποιος είχε και δάσκαλο και παραμυθά να τον διαπαιδαγωγήσουν. (σελ.173 πηγή)

[...] η πολλαπλή λειτουργικότητα του προφορικού αφηγητή λαϊκών ιστοριών μέσα στη παραδοσιακή κοινωνία της Ελλάδος αλλά και του υπόλοιπου κόσμου. Ήταν απαραίτητος, γιατί προσέφερε ψυχαγωγία, αίσθηση ιστορικής συνέχειας και σύνδεση ανάμεσα στις γενιές. Ήταν απαραίτητος για την εκπαίδευση των νεαρών μελών της κοινότητας και τη διατήρηση και αποδοχή των αξιών, κανόνων και συμπεριφορών που τη στηρίζουν. Τέλος, ήταν αυτός που προσέφερε πνευματική και ψυχική τροφή σε κάθε άτομο ξεχωριστά και στην κοινότητα συνολικά σε περιόδους κρίσεις αλλά και σε μεταβατικές περιόδους, όπου επαναπροσδιοριζόταν η ατομική ή η συλλογική ταυτότητα. Όλα αυτά ίσχυαν κυρίως όταν η κοινότητα ήταν ολιγομελής, με ασχολίες γεωργικές ή γενικότερα χειρωνακτικές και η επικοινωνία με άλλες κοινότητες περιορισμένη και συνήθως προβλέψιμη. Σε αυτές τις συνθήκες η αξία της προφορικής αφήγησης και των λειτουργών της ήταν φανερή και παρείχε έναν προφανώς χρήσιμο κοινωνικά ρόλο, τον οποίο σκόπευε να καλύψει η οργανωμένη ή άτυπη μαθητεία κάθε επίδοξου παραμυθά. (σελ.181 πηγή)

Μέσα από τα λόγια του η ζωή γινόταν ομορφότερη και ο άνθρωπος ζούσε “τη γοητευτική ψευδαίσθηση της ελευθερίας του από τα δεσμά της ύλης” [...]Αυτό δεν σημαίνει πως το παραμύθι είναι μόνο το χρυσό κλουβί που κάνει ανεκτή μια δύσκολη πραγματικότητα, όπως πολλοί επιπόλαια το κατηγόρησαν.”Είναι και το πουλί που το σκάει από το κλουβί τούτο. Υψώνεται στους ελεύθερους χώρους της φαντασίας και ειρωνεύεται όλες τις σημασίες που του δίνουμε”. Αυτός που ανοίγει το κλουβί της στενόχωρης καθημερινότητας και παροτρύνει την ψυχή να πετάξει ελεύθερη προσφέρει στους υπολοίπους έργο πολύτιμο και απαραίτητο. (σελ.170 πηγή)

Κάθε αλλαγή στον τρόπο ζωής αντανακλάται και στις λαϊκές ιστορίες, γι' αυτό και τα παλάτια αποκτούν θυρωρούς και τα καΐκια ψυγεία, οι σύζυγοι των δράκων φορούν γυαλιά και οι γίγαντες ανάβουν το φακό για να ψάξουν στο σκοτάδι κ.ά. (σελ.172 πηγή)

Είναι γεγονός ότι ο ρόλος του παραμυθά έπαιξε καθοριστικό παράγοντα και στο περιεχόμενο της ιστορίας αλλά και στην εξέλιξη της αφήγησης, καθώς αυτός διοχέτευε τις αντιλήψεις του, τις αξίες, τις προσδοκίες του και ανάλογα εμπλούτιζε την ιστορία με στοιχεία και δικά του. Παράλληλα όμως, πέρα από την ατομική λειτουργία, ήταν κι ο εκφραστής και φορέας των αντιλήψεων της κοινότητας της κοινωνίας, όπου ζούσε, φορέας τόσο της συλλογικής συνείδησης όσο και του συλλογικού ασυνείδητου. Το παραμύθι αποτελούσε έναν καθρέπτη του κόσμου, όπως τον φαντάζονταν οι αφηγητές. Μέσα στο είδος αυτό η συλλογική μνήμη λειτουργεί ως πηγή κοινωνικής, ηθικής και ψυχικής γνώσης και η ατομική μνήμη ως δυνατότητα του δημιουργού ή του ακροατή να αρδεύει από αυτή και να την εμπλουτίζει, να την απορρίπτει, να την λογοκρίνει ή να την τροποποιεί. Μέσα από τον παραμυθά επομένως μπορεί να εκφράζεται η κυρίαρχη κοινωνική στάση με τα στερεότυπα, τα βιώματα, τις πολιτισμικές μνήμες της ή η αντίσταση μιας κοινωνίας. (σελ.163 πηγή)

ήταν αναλφάβητοι, ήταν μεγάλοι μάστορες του προφορικού λόγου. Δεν ήξεραν τους κανόνες της γλώσσας και είχαν την ελευθερία να δημιουργήσουν γλώσσα [...] (σελ.91 πηγή)

Ακριβώς αυτή η δημιουργική συνύπαρξη ήταν που έδινε στον παραμυθά την ελευθερία του Οι ιστορίες ήταν λίγο πολύ γνωστές, στο ακροατήριο Οι κώδικες της αφήγησης ήταν δεδομένοι για όλη την κοινότητα. Άρα ο παραμυθάς, ήταν ελεύθερος να χρησιμοποιήσει όσους συνδυασμούς μοτίβων ήθελε, να γίνει τολμηρός, να αυτοσχεδιάσει, να “κόψει και να ράψει”. (σελ.37-38 πηγή)

Ή, ειπωμένο διαφορετικά, ο παραμυθάς έπρεπε – και πρέπει – να είναι σε θέση να από-δομεί και να δομεί το υλικό του, να προσθέτει και να αφαιρεί, να γίνεται άλλοτε περιγραφικός και άλλοτε λιτός, ανάλογα με το κοινό και την γενικότερη συνθήκη της αφήγησης (ώρα, σύνθεση ομάδας, διάθεση κ.ά.). Δεν περίμενε ότι θα ξαφνιάσει όσους τον άκουγαν με την πρωτοτυπία των παραμυθιών που έλεγε, αλλά με τον τρόπο, με την διαφορετική χρήση της γλώσσας κάθε φορά.(σελ.38 πηγή)

Βαθμίδες αφηγητών

Είναι εκείνοι που η τέχνη τους μπορεί να κάνει τους άντρες, τις γυναίκες και τα παιδιά να σωπάσουν. Στην αμέσως ανώτερη βαθμίδα είναι οι μάστορες (δάσκαλοι, κύριοι) του λόγου: Είναι εκείνοι που μπορούν να επιβάλουν τη σιωπή στους άντρες, στις γυναίκες, στα παιδιά, στα πουλιάκαι στα ζώα. Και στην πιο υψηλή βαθμίδα βρίσκονται οι μάστορες της σιωπής (maitresdusilence). Αυτοί κρύβονται – δεν τους έχει δει κανείς, αλλά λένε πως όταν αφηγούνται, όσοι τους ακούνε σηκώνονται μια πιθαμή πάνω από το έδαφος. Αυτοί κρατάνε τα κλειδιά της πηγής του κάθε λόγου. (σελ.101-102 πηγή)

Αρεταλόγοι

Ο Αγαμέμνονας πριν φύγει για τον Τρωικό πόλεμο [...] εμπιστεύθηκε τη βασίλισσά του στη φροντίδα του αοιδού του, τόσο πολύ τον σεβόταν και τον αγαπούσε.  Αναφορές για επαγγελματίες αφηγητές, τους “αρεταλόγους” (fabulatores) συναντάμε στην ακολουθία και την αυλή του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Και οι βυζαντινοί ηγεμόνες είχαν επαγγελματίες παραμυθάδες στην αυλή τους. (σελ.168 πηγή)

Επαγγελματίες παραμυθάδες

[...] μια άλλη φαινομενικά παθητική αλλά καθοριστικότατη μορφή συμμετοχής του κοινού, που είναι η πληρωμή σε χρήμα ή σε είδος των επαγγελματιών παραμυθάδων [...] απαντά σε όλους τους λαούς όπου υπήρξαν οι κατάλληλες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες και όχι μόνο στους προφορικούς πολιτισμούς. [...] της Εγγύς και Μέσης Ανατολής τοποθετεί τους επαγγελματίες αφηγητές κυρίως στα καφενεία αλλά και σε άλλους κλειστούς χώρους, όπως τα χάνια και τα καραβάν-σεράγεια. [...] Στην Ευρώπη οι επαγγελματίες παραμυθάδες του δρόμου είχαν την καταγωγή τους στην παράδοση είτε της θρησκευτικής αφήγησης των περιπλανώμενων μοναχών είτε της λαϊκής αφήγησης των τροβαδούρων και των βάρδων. Εμφανίζονταν σε παζάρια και πανηγύρια [...] Πολλοί από αυτούς, ήδη από τον 19ο αιώνα, εκμεταλλεύτηκαν τη νέα εφεύρεση της τυπογραφίας με προφορικό τρόπο, πουλώντας εικονογραφημένα βιβλία με τις ιστορίες που διηγούνταν. (σελ.81 πηγή)

Μεγάλοι παράδοση επαγγελματιών παραμυθάδων, η οποία επιβιώνει μέχρι σήμερα, έχουν οι χώρες της Βόρειας Αφρικής, της Μέσης Ανατολής και της Ασίας. Στα παζάρια της Βόρειας Αφρικής μπορεί κανείς ακόμη να συναντήσει τους περιπλανώμενους επαγγελματίες παραμυθάδες που χτίζουν την ιστορία μέχρι να κορυφωθεί η δράση και η αγωνία για την κατάληξη. Σε εκείνο το σημείο διακόπτουν και ζητούν χρήματα από το κοινό πριν συνεχίσουν την ιστορία τους. (σελ.82 πηγή)

Στα νεότερα χρόνια οι παραμυθάδες, παρόλο που διατηρούν τον προαιώνια κοινωνικό τους ρόλο δεν ζουν από την τέχνη τους, εκτός από τις σπάνιες περιπτώσεις επαγγελματιών παραμυθάδων στα ελληνικά ιστιοφόρα καράβια και όσους έπαιρναν χρηματικά φιλοδωρήματα, για να αφηγηθούν σε σπίτια [...] υπήρχε υλική αμοιβή που δινόταν σε είδος [...] (σελ.168 πηγή)

Σεχραζάτ: το αρχέτυπο του παραμυθά της Ανατολής

Ένα από τα συχνά τους κόλπα είναι η σύνδεση μεταξύ των μακροσκελών ιστοριών που διαρκούσαν μέχρι την ώρα του φαγητού ή και του ύπνου έτσι που συχνά οι ακροατές έπρεπε να περιμένουν την επόμενη μέρα, για να ακούσουν το τέλος της ιστορίας [...] Η πρώτη διδάξασα το αρχαιότερο αυτό κόλπο είναι η μυθική Σεχραζάτ [...] που αποτελεί το αρχέτυπο του παραμυθά της Ανατολής. Η Σεχραζάτ είναι ένα σπουδαίο και ακριβέστατο σύμβολο που περιγράφει όλα τα απαραίτητα είδη νοημοσύνης του παραμυθά, αλλά κυρίως τη διαπροσωπική νοημοσύνη. Αυτή του επιτρέπει να μπορέσει να διαγνώσει με ακρίβεια τις διαθέσεις του τρομερού Σουλτάνου, παρ' όλο το φόβο για τη ζωή της, που κινδυνεύει, ώστε σταδιακά και με υπομονή, όπως ο κάθε προικισμένος παιδαγωγός, ψυχοθεραπευτής ή παραμυθάς, να καταφέρει με την τέχνη της, έπειτα από χίλιες και μια νύχτες, να τον μεταστρέψει και να τον ειρηνέψει. (σελ.119 πηγή)

Ράπερ: ο σύγχρονος παραμυθάς

Στην εμφάνιση του φαινομένου της μουσικής ραπ μπορούμε να διακρίνουμε τη ζωντάνια και το δυναμισμό της προφορικής έκφρασης που καταφέρνει, ακόμα και στις μέρες μας, να κερδίσει μεγάλα τμήματα της νεολαίας σε όλο τον κόσμο. Ασφαλώς, η αναβίωση της προφορικής αφήγησης ως τέχνης και η ανάδυση των ιστορητών είναι φαινόμενα που μπορούν να εκμεταλλευτούν πλήρως όλες τις δυνατότητες της προφορικής αφήγησης και να διατηρήσουν και να καλλιεργήσουν τον πλούτο της προφορικής παράδοσης, αλλά θα πρέπει να παραδεχτούμεπως δεν άγγιξαν τις μάζες. Αντίθετα, η ραπ είναι ένα φαινόμενο του μαζικού πολιτισμού και αποτελεί συνέχεια μιας ζωντανής και δημιουργικής προφορικής παράδοσης. Μας προσφέρει μια ενδιαφέρουσα σύγχρονη απόδειξη του νοητικού πορτρέτου του παραμυθά που επιχειρήσαμε να συνθέσουμε. Ο ράπερ κατά τη διάρκεια της παράστασής του, που είναι μια παράσταση προφορικής αφήγησης, χρησιμοποιεί τη γλωσσική νοημοσύνη για το λεκτικό μέρος της και τη μουσική νοημοσύνη για το μουσικό μέρος της.

Στη σύλληψη του έργου του χρησιμοποίησε την ενδοπροσωπική νοημοσύνη, για να αναγνωρίσει και να εκφράσει τα συναισθήματά του στον συμβολικό κώδικα της ραπ. Η διαπροσωπική νοημοσύνη τον βοήθησε στην απόφαση για το ύφος του έργου του, ώστε η αισθητική και το περιεχόμενό του να ενθουσιάζουν το κοινό. Παράλληλα, κατά τη ζωντανή παράσταση, του επιτρέπει να αντιλαμβάνεται και να ανταποκρίνεται στις αλλαγές των διαθέσεων των θεατών του. Και αφού δεν είναι μόνο τραγουδιστής αλλά και παραμυθάς, χορευτής και ηθοποιός, χρειάζεται τη σωματική-κιναισθητική νοημοσύνη για να εκφραστεί σωματικά ο λόγος και η μουσική. Έτσι καταφέρνει ένας συνεχιστής της παράδοσης του Ομήρου να γίνει φαινόμενο της σύγχρονης μαζικής νεανικής κουλτούρας. (σελ.123-124 πηγή)


1.4   Αφήγηση

Η ζωή στις μικρές αγροτικές κοινότητες ήταν δύσκολη τα προπολεμικά χρόνια, όπως είναι ακόμα και σήμερα στις υπο ανάπτυξη χώρες. Η δουλειά ήταν σκληρή και το ανθρώπινο σώμα πάλευε με λίγα εργαλεία τη γη και τη θάλασσα. Η αρρώστια, η κοινωνική αδικία, η φτώχεια σκότιζαν το νου και την ψυχή του. Η λαϊκή τέχνη γλύκαινε τη δύσκολη ζωή των παππούδων μας, παρηγορούσε τον πόνο και γιόρταζε τις χαρές τους. (σελ.169 πηγή)

Η στιγμή της αφήγησης είναι ευαίσθητη για όλους όσοι συμμετέχουν και θα πρέπει να εξασφαλίζεται το αίσθημα της ασφάλειας από κάθε παρεμβολή και διάσπαση για να μπορέσει το κοινό και ο αφηγητής να αφεθούν στην ενδοσκοπική διάθεση του παραμυθιού και να ανασύρουν τις προσωπικές εικόνες που θα επενδύσουν τα λόγια. (σελ.249 πηγή)

Πού και πότε έλεγαν τα παραμύθια

[...] στην Τήνο, συντρόφευαν στις μεγάλες νύχτες του χειμώνα τους ανθρώπους των χωριών που συγκεντρώνονταν σε κάποιο σπίτι, στον φούρνο, στο τσαγκαράδικο, για να περάσουν την ώρα τους αλλά και για να ζεσταθούν [...] Τα “σπεροκαθίσματα”, ήταν ιδιαίτερα συχνά το Σαραντάμερο, την περίοδο της νηστείας πριν από τα Χριστούγεννα: “ειπήκαμε του Σαραντάμερου τα παραμύθια”, “αυτός ξέρ' του Σαραντάμερου τα παραμύθια” [...] η θάλασσα [...] μαζεύονταν είτε στην παραλία είτε μέσα στην τράτα [...] στο κατάστρωμα [...] στα καφενεία [...] Οι γέροι του χωριού έλεγαν “πολλά παλαιά παραμύθια” και τα μεσημέρια του καλοκαιριού καθισμένοι σε κάποια “αποσκιάδα”[...] τη Θράκη [...] στις “βεγκέρες”, τις βραδινές συγκεντρώσεις του χειμώνα, [...] για να περάσει η νύχτα και να ξεκουραστούν από τον κάματο της ημέρας [...] στο “νυχτέρεμα” ή στην “αργατειά”, βραδινές συγκεντρώσεις στις οποίες γινόταν κάποια καθιστική δουλειά. Στα “μυλωνάδικα” [...] σε όσους περίμεναν τη σειρά τους για να αλέσουν το σιτάρι τους. Βοσκοί και “καρβουναραίοι”. (σελ.166-167 πηγή)

… διηγούνταν στα νυχτέρια για κάποια εργασία (καθάρισμα καλαμποκιού ή οσπρίων, αρμάθιασμα καπνού κλπ) στο φούρνο της γειτονιάς, στο κουρείο, στο καφενείο, στον μύλο, στο τσαγκαράδικο για να περνάει η ώρα. Επίσης στο καράβι ή στον στρατό οι άντρες έλεγαν παραμύθια, κυρίως άσεμνα και τολμηρά.(σελ.9, πηγή)

[...] στη Βόρεια Αφρική πιστεύεται ότι εκείνος που διηγείται παραμύθια ενώ ο ήλιος λάμπει, κινδυνεύει να χάσει τα μαλλιά του.Σε πολλά άλλα μέρη πιστεύεται ότι πρέπει να λέγονται μόνο κατά την διάρκεια του θερισμού [...] ο παραδοσιακός και πιο ασφαλής χρόνος είναι το βράδυ, κοντά στο τζάκι, με κλειστές πόρτες και παράθυρα. (σελ.13 πηγή)

“Θα σας πω ένα παραμύθι που μας το' λιγι η μάνα μας όταν κάναμι νυχτέρια, όταν πλέκαμι, όταν ξισπυρίζαμι καλαμπόκ(ι) όταν γραίναμι μαλλί [...](σελ.34 πηγή)

Οι ιστορίες που λέγονταν στα νυχτέρια με τις πολλές παραλλαγές τους, ακόμα και η ίδια η αφηγηματική διαδικασία, γίνονταν αντιληπτές ως μια μεταφορά του γνεσίματος (γενικότερα της ύφανσης) [...]«Κόκκινη κλωστή δεμένη (κλωσμένη), στην ανέμη τυλιγμένη, δώσ' της κλότσο (μπάτσο) να γυρίσει, παραμύθι ν' αρχινήσει και την καλή μας συντροφιά να την καλησπερίσει».Εδώ η κλωστή είναι το νήμα του ρούχου που φτιάχνουν στα νυχτέρια αλλά είναι επίσης και το νήμα της ιστορίας (Belmont1993, Μερακλής 1999, 79-89) που ξετυλίγει η αφηγήτρια για να τις κρατήσει ξύπνιες (είναι χαρακτηριστική η έκφραση που χρησιμοποιούν οι Βελβεντινές: “βάζω φτούρο”. (σελ.34-35 πηγή)

To ακροατήριο των Παραμυθάδων

Η μεγάλη σύγχυση που επικρατεί σήμερα σχετικά με την απαιτούμενη – από τους αναγνώστες πλέον – αγνότητα και αλήθεια του παραμυθιού, βασίζεται στο εξής ανιστόρητο αξίωμα: τα παραμύθια είναι για τα παιδιά. Ενώ είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε ότι, πριν από το θρίαμβο της τηλεόρασης, τα παραμύθια τα έλεγαν στις μαζώξεις των ενηλίκων, στα νυχτέρια, στα πανηγύρια, στα σπίτια το χειμώνα, σε όλα τα μέρη όπου σίγουρα κατοικούσαν και παιδιά, που μισοκοιμισμένα ακούγανε λάθρα – ωστόσο τα παραμύθια δεν απευθύνονταν ποτέ ειδικά σε παιδικό ακροατήριο πριν από τους αδελφούς Γκριμ (Grimm),δηλαδή μέχρι πριν από έναν αιώνα. (σελ.18 πηγή)

Τα παραμύθια λέγονταν μεταξύ μεγάλων, αλλά στις συντροφιές συμμετείχαν και μικρά παιδιά, τα οποία μάλιστα, όπως παρατηρεί ο Αδαμαντίου, μόλις άκουγαν ένα παραμύθι το “άρπαζαν” αμέσως, ακόμη και “οι αμελέστατοι μαθηταί, όπου εις την κεφαλήν των δεν ημπόρει το ελάχιστον να κρατηθεί” [...] (σελ.167 πηγή)

Παραμύθια λέγονταν στις βραδινές συγκεντρώσεις του ευρύτερου ή στενότερου οικογενειακού κύκλου, όπου αφηγητές ήταν πάντα οι πρεσβύτεροι και ακροατές οι νεώτεροι [...] Παραμύθια λέγονταν σε κύκλους ανθρώπων διαφορετικής κοινωνικής προέλευσης, ηλικίας και φύλου, σε διαφορετικές περιστάσεις του δημόσιου και οικογενειακού βίου· σε ομίλους ενηλίκων (π.χ. γερόντων σε κάποιον δημόσιο χώρο ή μεταξύ νεαρών γυναικών στη διάρκεια των νυχτεριών), κατά την διάρκεια διαφόρων επαγγελματικών ασχολιών (στο παστάλιασμα του καπνού ή το ξεσπύρισμα του καλαμποκιού) ή στη διάρκεια της σχόλης. (σελ.29 πηγή)

Ειδικότερα, ορισμένες από τις ιστορίες που λέγονταν στα νυχτέρια συνδέονταν περισσότερο με την κοινωνική θέση των γυναικών στην εκάστοτε τοπική κοινωνία, καθώς και με τις επιθυμίες τους. Επομένως οι γνέστρες ή οι υφάντρες εισήγαγαν στο τοπικό ρεπερτόριο παραμύθια, άλλοτε σοβαρά, άλλοτε αστεία ή και άσεμνα που αναφέρονταν σε αυτή την παραγωγική δραστηριότητα. (σελ.35 πηγή)

Αλλά και η υπομονή και η προσαρμοστικότητα του έλληνα παραμυθά, ήταν ναυτικός μέσα στο καράβι, ήταν τεράστιες “γιατί, όπως υπήρχε ένα σχετικό πηγαινέλα στο ακροατήριο, επαναλάμβανε αδιαμαρτύρητα τις λεπτομέρειες όταν οι παραστεκάμενοι του το ζητούσαν” (Λουκάτος, 1997: 33)

Ενεργητική συμμετοχή του κοινού στην αφήγηση

Το κοινό της προφορικής αφήγησης στην ελληνική παράδοση δεν είχε την συμπεριφορά του κοινού ενός εγγράμματου πολιτισμού [...] σχολίαζε τη δράση του παραμυθιού [...] Στις αποσπερίδες δεν υπήρχε σωματική και πνευματική απόσταση από τον καλλιτέχνη, ώστε να επιβάλλεται στους παρευρισκομένους μια σιωπηλή και αδιατάρακτη προσήλωση. Το ακροατήριο στα ελληνικά καράβια πηγαινοερχόταν και πολλές φορές οι ναυτικοί “σχολίαζαν τα γνωστά σημεία ή μιμούνταν τις φωνές των ανθρώπων και των ζώων που ο αφηγητής περιέγραφε”,ενώ όταν ακούγαν ερωτικά ρομάντζα “διασκέδαζαν με το να σχολιάζουν την συμπεριφορά της ηρωϊδας” (Λουκάτου, 1997: 34). Τα σχόλια και οι παρεμβάσεις ενθάρρυναν τον αφηγητή, αντί να τον διακόψουν και να τον ενοχλήσουν, και έδειχναν την ευχαρίστηση του κοινού και την προτίμησή του στο θέμα ή το ύφος της συγκεκριμένης αφήγησης. (σελ.71-72 πηγή)

[...] Το κοινό δεν ενθαρρύνει μόνο, αλλά συχνά ελέγχει τον παραμυθά. (σελ.73 πηγή)

Παρέμβαση του αφηγητή

Επίσης, αρκετά συχνά στα παραμύθια ο αφηγητής βάζει στο στόμα των ηρώων του σκέψεις και κρίσεις δικές του [...] (σελ.118 πηγή)

Εμφανίζονται ¨κακοί δράκοι” και “κακές μητριές”, μόνο γιατί ο αφηγητής ή ηαφηγήτρια που είπε το παραμύθι τη στιγμή κάποιας καταγραφής θέλησε να υπερασπιστεί τον ήρωα ή την ηρωίδα του παραμυθιού, αναθεματίζοντας τον “κακοποιό “ που συμβολίζει απλώς μια δοκιμασία (σελ.50 πηγή).

Διάρκεια παραμυθιού

[...] ο Στίλπων Κυριακίδης για τους έλληνες παραμυθάδες: “Οι αφηγηταί έχουν την ελευθερίαν να βραχύνουν κατά βούλησιν την διήγησιν δια της παραλείψεως επεισοδίων ή και να την επεκτείνουν δια της προσθήκης νέων. Σύνηθες δε μέσον επεκτάσεως, εντελώς πρωτόγονο, είναι η επανάληψη του αυτού επεισοδίου τρις” (1965: 280).[...] κατόρθωμα με την απόλυτη εκμετάλλευση της δυνατότητας επέκτασης, θυμάται η σεβαστή γερόντισσα Φρασκώ Σκαροπούλου (Σκαροπουλίνα) στη Μύκονο “ [...] στο καφενείο τους στο Γυαλό, προπολεμικά, ο Κώστας Κριεζής τους έλεγε ένα παραμύθι που κράτησε δύο μήνες. Επεράσαμε, λέει η κυρά Φρασκώ, όλον τον χειμώνα με κείνο το παραμύθι” (Βερώνη- Κάμμη, 1992) (σελ.63 πηγή)

Όταν ο παραμυθάς ήθελε να δημιουργήσει αγωνία στους ακροατές για την εξέλιξη της ιστορίας, αναφέρει ο Άκογλου (1939,386) για τα Κοτύωρα του Πόντου, σταματούσε απότομα τη διήγηση με διάφορες προφάσεις, π.χ. για να βγάλει την ταμπακέρα [...] Άλλοτε πάλι, προφασιζόταν ότι ήταν αργά και έπρεπε να συνεχίσει την επόμενη βραδιά [...] ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά του παραμυθιού είναι η δημιουργία έντασης και αγωνίας, που αυξάνουν όλο και περισσότερο από την μια σκηνή στην άλλη, μέχρι να φθάσουν στην κορύφωση [...] Η δημιουργία έντασης και αγωνίας συνιστά ένα από τα στοιχεία απόλαυσης που μας προσφέρει το παραμύθι [...] οι ακροατές γνωρίζουν ότι η ένταση στο τέλος θα εκτονωθεί (τα παραμύθια επαναλαμβάνονταν πολλές φορές και η υπόθεσή τους συχνά ήταν στο ακροατήριο), αυτή η γνώση δεν μειώνει την αγωνία τους, πράγμα που οφείλεται στον τρόπο με τον οποίο το παραμύθι εκθέτει τη δράση. (σελ.171-172 πηγή)

“ [...] στα κρίσιμα σημεία της περιπέτειας του παραμυθιού, ζητούσε να ανάψει κανά τσιγάρο, να πιει νερό, να πάει όξω ή και να το αναβάλει για αύριο. Τότες ήταν που του λέγαν: “Μα από το στόμα σου κρεμόμαστε””(Βερώνη-Καμμή, 1992: 10).[...] επικίνδυνο κόλπο [...] απειλεί να τον ξυλοφορτώσει. (σελ.83 πηγή)

“Αγώνες” Παραμυθάδων

[...] Συχνά ανάμεσα στους ακροατές υπάρχουν και άλλοι παραμυθάδες. Αλίμονο τότε στον ανάξιο ή ανεπαρκή παραμυθά.[...] ”εις τον καφενέν και πίνοντας τον χειμώνα φασκόμηλον ή και στροφλία αναθέτουν εις ένα εξ αυτών την διήγησιν παραμυθιού, εώς ότου εξημερώση και τραπή έκαστος επί τα έργα του (Αδαμαντίου, 2003: 24). Και στην Κάρπαθο οι παραμυθάδες είχαν συναίσθηση των υποχρεώσεών τους απέναντι στο κοινό, αφού “επροκαλούντο ιδιαιτέρως εις την παρέαν και ήσαν οι απαραίτητοι στύλοι της συναναστροφής” (Μιχαηλίδης-Νουάρος, 1969: 267). (σελ.74 πηγή)

“Εμείς τώρα το χειμώνα καθούμαστε τέσσερες- πέντε γυναίκες και τα λέμε. Λε' η μια ένα, η άλλη θυματ' άλλο, κ' έτσι θυμούμαστε. Λέγε συ, λέγε συ [...] ”(Αδαμαντίου, 1897: 23). (σελ.75 πηγή)

Τας δε μακράς νύκτας, όπου περνούν εις το πέλαγος μέσα εις καΪκια και καράβια μαζεύονται όλοι στην πλώρη κι εκεί λέγουσι κάμνοντες και αγώνας ποιος θα ειπή το αχρειότερον παραμύθι (Αδαμαντίου, 1897: 24). Στη Θεσσαλία “αν τύχαινε να παραβρίσκονται δύο παραμυθάδες στη συντροφιά γινόταν διαγωνισμός ποιος θα πει το μακρύτερον παραμύθι” (Σουλιώτη, 1994: 8). Ο αγώνας των παραμυθάδων ή αγώνας ψεμάτων έχει αποτυπωθεί και από την ίδια την προφορική παράδοση σε ανεξάρτητο τύπο παραμυθιού με πολλές παραλλαγές και πανελλήνια εξάπλωση και ανήκει στον παραμυθιακό τύπο ΑΤ 1920Α (Αγώνες ψεμάτων) που απαντά και σε πολλούς άλλους λαούς. (σελ.75-76 πηγή)

[...] τη Δυτική Ιρλανδία.“Η διάθεση ανταγωνισμού είναι έντονη ανάμεσά τους [...] Συχνά οι παραμυθάδες συναντιούνται και παραβγαίνουν μεταξύ τους. Όταν ξενυχτάνε το νεκρό σε κάποιο σπίτι, η νύχτα κυλά ακούγοντας πότε τον ένα και πότε τον άλλο από τους παραμυθάδες να αφηγούνται” (Thomson, 1977: 454). (σελ.76 πηγή)

Καθαρογλωσσίδια

Στην Κρήτη “οι χειμωνιάτικες βραδιές μαζεύουν τις γυναίκες και τα κορίτσια του χωριού γύρω από το τζάκι. Τότε για να μην νυστάξουν λένε αινίγματα, καθαρογλωσσίδια και παραμύθια” (Παπαδάκη, 1938: 146). (σελ.77 πηγή)

Η Αθέατη Παραγωγικότητα του Παραμυθιού

Σε μια αποσπερίδα προφορικής αφήγησης, ακόμα και όταν το ακροατήριο είναι παθητική συμμετοχή, η παθητικότητα αυτή είχε εσωτερικό δυναμισμό [...] και ο νους που, απελευθερωμένων από τα δεσμά του σώματος λόγω της επαναληπτικότητας των εργασιών, συμμετείχε με απόλυτη συγκέντρωση. (σελ.80-81 πηγή)

« [...] κανείς να μην πει πως τα παραμύθια ήταν άχρηστα,
γιατί καθώς η γλώσσα πήγαινε ροδάνι
σαράντα δάχτυλα κεντούσαν,
τα καλαμπόκια ξεφλουδίζονταν, παπλώματα γεμίζαν
κι όλες οι τρύπες μανταρίζονταν [...]
Με το χάραμα [...]
Εξαφανίζονταν οι ιστορίες μέσα στη σπείρα του αυτιού
μα μέναν κρεμασμένες ανάστροφα
μέσα στα κοιμισμένα κεφαλάκια των παιδιών, μέχρι να' ρθει η ώρα να πετάξουν πάλι
μέσα στη νύχτα του παραμυθά» Liz Lockhhead, The Storyteller (σελ.80 πηγή)

Η δύναμη της αφήγησης

Ο αφηγητής όταν λέει το παραμύθι είναι μέσα στην ιστορία, δεν διεκπεραιώνει απλά κάτι.  Κατά την διαδικασία της αφήγησης ο αφηγητής, το ακροατήριο του και το αφήγημα συναποτελούσαν αδιαχώριστη ενότητα (σελ.163 πηγή)

“ [...] η αφήγηση ενδέχεται να είναι κάτι παραπάνω από απλή διασκέδαση” [...] ”Κάτι πρωτογενές, κάτι από το οποίο εξαρτάται η ίδια η ύπαρξη ενός λαού [...] Δεν ξέρουμε πάντα γιατί μας συγκινούν κάποια πράγματα. Μας αγγίζουν μια κρυφή χορδή και τέρμα”. (σελ.95 πηγή)

[...] παρατηρήσεις του Jean (Pio), ότι δηλαδή από τις μεταγλωττίσεις λείπει “το άρωμα των λέξεων”,“η μαγεία των παλαιών παραμυθιών, η οποία κατοικεί εξ ολοκλήρου στη δύναμη των λόγων του αφηγητή”. (σελ.25-26 πηγή)

Οι παραμυθάδες σταματούσαν συχνά τη διήγηση τους για να σχολιάσουν τα δρώμενα των παραμυθιών και μερικοί δεν δίσταζαν να εκφράσουν τα προσωπικά τους συναισθήματα. (σελ.170 πηγή)

Είναι χαρακτηριστική η απάντηση ενός παραμυθά (βλ.Μ. Κλιάφα 1985,48) στην ερώτηση πώς ήταν δυνατό να πιστεύουν αυτός και οι σύντροφοί του “στ' αντάρτικο” τα παραμύθια (άλλα παλαιά και άλλα νεότερες συνθέσεις βασισμένες σε παλαιά μοτίβα) που συνήθιζαν να λένε: “Δεν τα πιστεύαμε, μα, να, πώς να στ' το εξηγήσω; μας αρέσει να τα λέμε. Βλέπαμε τον κόσμο μ' άλλο μάτι, καλύτερο. Κατάλαβες; (σελ.172 πηγή)

Πρέπει να λέμε και όχι να διαβάζουμε ένα παραμύθι προκειμένου να αποδώσει πλήρως την ικανότητά του να παρηγορεί, τα συμβολικά νοήματα και περισσότερο απ' όλα τα διαπροσωπικά του νοήματα. (σελ.215 πηγή)

Ο αφηγηματικός τρόπος σκέψης

Ο υλισμός, ενώ συντέλεσε στη διάλυση του σκοταδιού του παρελθόντος, εξαφάνισε και μαζί τα όνειρα και τα οράματα που προστάτευε αυτό το σκοτάδι δημιουργώντας ένα νέο τρομακτικό σκοτάδι, το σκοτάδι του Κενού. Ο επιστήμονας με την πίστη στην παντοδυναμία της ανθρώπινης λογικής άνοιξε το κουτί της Πανδώρας και φρόντισε να πνίξει πρώτα πρώτα την ελπίδα, αυτό το ανορθολογικό μικρό ωδικό πτηνό που με το κελάηδημά του έκανε ανεκτά όλα τα υπόλοιπα περιεχόμενα του κουτιού. (σελ.279 πηγή)

Όμως υπάρχει και ένα πλήθος απλών ανθρώπων και επιστημόνων που ακούν πρώτα το κελάηδημα της ελπίδας, κοιτούν πρώτα το όραμα, πιστεύουν στο αίσιο τέλος του παραμυθιού “με γάμους και χαρές και ξεφάντωσες πολλές” και έπειτα μπαίνουν στη σπηλιά του δράκου ή κατεβαίνουν στο στοιχειωμένο πηγάδι. Αυτοί βλέπουν τη ζωή σαν παραμύθι και λειτουργούν εφαρμόζοντας τον αφηγηματικό τρόπο σκέψης, που δεν αναλύει εξαντλητικά μέχρι την αναγωγή των πάντων στο μηδέν, αλλά θαυμάζει και περιγράφει ευχαριστιακά το θαύμα της ζωής, προσδοκώντας στο τέλος να νικήσει ο αδύναμος το δράκο και να παντρευτεί την κόρη του βασιλιά (όσο και αν η Ιστορία τον διδάσκει το αντίθετο). (σελ.279-280 πηγή)

[...] το πρότυπο του πνευματικού ανθρώπου, του “αναγεννησιακού ανθρώπου” [...] ήταν ο Δημιουργός, ο καλλιτέχνης – επιστήμοναςμε κυρίαρχο πρόσωπο αναφοράς τον Λεονάρντο ντα Βίντσι. Δεν έχουν λείψει και στις μέρες μας τέτοια πρόσωπα, οι μεγάλοι εκλαϊκευτές αφηγητές που παρουσιάζουν την αναζήτηση της επιστημονικής γνώσης σαν μια συναρπαστική περιπέτεια, τον φυσικό και ανθρώπινο κόσμο σαν ένα διαρκές και ανεξάντλητο θαύμα. (σελ.280 πηγή)

Όλοι αυτοί οι επιστήμονες- αφηγητές είναι “αφηγηματικά όντα” [...] Κατανοούν και εκφράζουν τη ζωή με μια καλλιτεχνική ευαισθησία σαν μια αρμονική ενότητα. Διαβλέπουν και περιγράφουν τις αμέτρητες παραλλαγές και αποκλίσεις, αλλά πάντοτε διατηρούν το αίσθημα της συνοχής και την επιδίωξη της αρμονίας, την αρμονία και τη συνοχή ενός παραμυθιού. (σελ.280 πηγή)

Για όλους αυτούς που αγωνίζονται να ξανα-αφηγηθούν την ύπαρξη τους ολόκληρη σαν ένα παραμύθι ελπίδας με καλό τέλος. Γι' αυτούς που διηγούνται πρώτα στον εαυτό τους και ύστερα σε όλο το τον κόσμο τη δύναμη της αρμονίας, της ομορφιάς και της αγάπης, τη δύναμη της ανθρώπινης ψυχής και του πνεύματος, την ανάγκη της αλληλεγγύης και τον συνεχή αγώνα ενάντια στην αδράνεια και τη φθορά. (σελ.281 πηγή)

Παράσταση Προφορικής Αφήγησης & Θεατρική Παράσταση

[...] και ο θεατρικός λόγος έχει στοιχεία προφορικότητας – όμως δε γεννήθηκε μέσα στη προφορικότητα [...] βρίσκονται πάνω σε μια σκηνή ή σε κάτι που λειτουργεί αντίστοιχα [...] εκφέρουν ένα λόγο “δουλεμένο”. (σελ.136 πηγή)

Ο θεατρικός λόγος είναι ενός ανθρώπου και μιας εποχής, ενώ ο παραμυθιακός λόγος είναι πολλών ανθρώπων και πολλών εποχών [...] ο παραμυθάς δεν υποδύεται τον παραμυθά [...] είναι ο παραμυθάς, η δύναμη του έγκειται ακριβώς στο ότι δεν παρασταίνει κάτι που δεν είναι [...] η αφήγηση είναι μοναχική τέχνη ως προς την προετοιμασία της ενώ το θέατρο ομαδική [...] τη στιγμή της συνάντησης με το κοινό ο ηθοποιός είναι απομονωμένος από τον κόσμο, ενώ ο αφηγητής “ένα με τον κόσμο. (σελ.137 πηγή)

[...] ο ηθοποιός μιλάει σ' έναν τοίχο [...] ο αφηγητής απευθύνεται σε άτομα. (σελ.136 πηγή)

Είναι αδύνατο να στοχεύουμε, όπως οι ηθοποιοί, σε σταθερή απόδοση [...] έχουμε αληθινή σχέση με το θηρίο που καλούμαστε να εξανθρωπίσουμε και που ποτέ δεν είναι το ίδιο [...] Για τον παραμυθά, το ζητούμενο είναι μια ζωντανή σχέση μέσα από ένα ζωντανό (και ατελή) λόγο. (σελ.138 πηγή)

[...] ο αφηγητής, σε αντίθεση με τον ηθοποιό, είναι πάντα σύγχρονος με το κοινό του. (σελ.138 πηγή)

[...] στον τρόπο έκφρασης: Ο ηθοποιός δικαιούται να χρησιμοποιεί μια ορατή θεατρική τεχνική, ενώ ο παραμυθάς οφείλει να περιοριστεί στην τεχνική της συνομιλίας. (σελ.138 πηγή)

[...] ο ηθοποιός μεταφέρει τη σκέψη και τα λόγια ενός ανθρώπου σ' ένα κοινό – και υποστηρίζεται από παγιωμένο κείμενο, σκηνοθέτη, σκηνογράφο, ενδυματολόγο κ.λ.π. ενώ ο παραμυθάς μεταφέρει “όνειρα του συλλογικού ασυνείδητου” όχι σ' ένα κοινό αλλά σε πρόσωπα, και είναι ολομόναχος για να τα υποστηρίξει. (σελ.138-139 πηγή)

Η γιουγκοσλάβα λαογράφος Boskovic-Stulli αναφέρει ότι ο αφηγητής χρησιμοποιεί μόνο τέσσερα σημειωτικά συστήματα (γλώσσα, τόνο φωνής, μιμική, χειρονομίες) από τα δεκατέσσερα συνολικά που χρησιμοποιούνται στο θέατρο (γλώσσα, τόνος φωνής, μιμική, χειρονομίες, κίνηση επί σκηνής, μακιγιάζ, κομμώσεις, κοστούμια, σκηνικά αντικείμενα, σκηνογραφία, φωτισμοί, μουσική, θόρυβοι), όπως περιγράφει οTadeusz Kowzan. Παραλείπει, βέβαια, τις περιπτώσεις των αφηγητών-ραψωδών που συνοδεύονται από μουσική. (σελ.93 πηγή)

“Το πρόσωπο και τα χέρια του αφηγητή είναι όργανα υποβολής”.Οι κινήσεις του υποδηλώνουν πράξεις. Ο αφηγητής αντίθετα με τον ηθοποιό δεν πράττει. Το σώμα του, ακόμα και όταν δεν κινείται, βρίσκεται σε μια ενεργητική ακινησία, σε μια ετοιμότητα που δεν το καθιστά ανέκφραστο, αλλά ικανό να εκφράσει οποιαδήποτε ανθρώπινη κατάσταση. (σελ.94 πηγή)

[...] ο παραμυθάς [...] δεν “παίζει θέατρο”, αλλά σκοπός του είναι να υποβάλει την ιστορία και την εξέλιξή της στον ακροατή, να τον βοηθήσει να οραματιστεί τα ιστορούμενα και όχι να τα παραστήσει ζωντανά ενώπιόν του. (σελ.94 πηγή)

Marie LShedlock [...] Πρώτον, ο παραμυθάς φέρει εξ ολοκλήρου την ευθύνη για το ζωντάνεμα της ιστορίας και της ατμόσφαιρας μέσα στην οποία εκτυλίσσεται η δράση. Πρέπει να ζει τη ζωή καθενός ανθρώπου που μιλά και δρα, ενώ ταυτόχρονα να έχει διαρκώς κατά νου την ισορροπία του συνόλου. Δεύτερον, ο παραμυθάς και ο ηθοποιός απευθύνονται στο κοινό με διαφορετικό τρόπο. Ο ηθοποιός παρουσιάζει τη δράση στα μάτια του θεατή τονίζοντας και αναπτύσσοντάς την. Ο παραμυθάς, όμως, απευθύνεται σε ένα πιο λεπταίσθητο όργανο, “το εσωτερικό μάτι” του θεατή. Η τέχνη του έχει τα χαρακτηριστικά της μινιατούρας και, κατά συνέπεια, θα πρέπει να έχει τη δύναμη της διακριτικής υποβολής [...] Ο ηθοποιός έχει προορισμό του τη δράση, ενώ ο παραμυθάς την αντίδραση. (σελ.95 πηγή)

… ο Michel Hindenoch, εστιάζεται σε δύο άλλες θεμελιακές διαφορές της τέχνης μας με τη θεατρική τέχνη. Πρώτον, το γεγονός ότι ο παραμυθάς ήταν και είναι μόνος ενώπιον του κοινού του, ενώ το θέατρο είναι κατά κανόνα μια ομαδική τέχνη. Η δεύτερη διαφορά είναι και η πιο ουσιαστική. Είναι αυτή που αναφέρεται και στο απόσπασμα που προτάξαμε στην αρχή αυτού του κεφαλαίου. “Το θέατρο, όπως και το σινεμά και οι άλλες τέχνες των εικόνων, δείχνουν τα γεγονότα. Ο παραμυθάς όμως δεν δείχνει, δεν αναπαριστά, λέει. Οι μόνες εικόνες που υπάρχουν είναι αυτές που ο παραμυθάς βλέπει και ο ακροατής φαντάζεται”. Ο παραμυθάς δεν μιμείται, δεν αναπαριστά με το σώμα του, ώστε να δημιουργήσει υλικές εικόνες. Οι εικόνες του είναι νοητικές, εύθραυστες και άυλες. (σελ.96 πηγή)

Θεωρώ ότι, κατά κύριο λόγο, η αφήγηση παραμυθιών, είναι μια τέχνη του λόγου αλλά και ένας ουσιαστικός τρόπος επικοινωνίας. Συνεπώς ακολουθώντας τον παραδοσιακό τρόπο πιστεύω ότι δεν πρέπει να την αντιμετωπίσουμε σαν άλλο ένα θεατρικό είδος χρησιμοποιώντας τις τεχνικές του σύγχρονου θεάτρου. Τίποτα δεν πρέπει να μπαίνει ανάμεσα στον αφηγητή και στο ακροατήριό του, εκτός από την ίδια την ιστορία. Γι' αυτό, ο παραμυθάς πρέπει να είναι ελεύθερος. Είμαι κατά της αποστήθισης, γιατί αυτό μετατρέπει, αργά ή γρήγορα, το αφήγημα – και αναφέρομαι πάντα στον προφορικό λόγο και όχι σε κείμενα λογοτεχνικά – σε μουσειακό είδος. Η λιτότητα στα μέσα του είναι ένα άλλο χαρακτηριστικό: ο παραμυθάς πρέπει να μην καθορίζεται από φωτισμούς, σκηνοθεσίες, μουσικούς, κουστούμια κ.ά. Αφήγηση πρέπει μπορεί να γίνει οπουδήποτε υπάρχει διάθεση και, προφανώς ησυχία! Ιστορίες μπορούμε να πούμε – και λέμε – όλοι. Δεν πιστεύω ότι η αφήγηση θα ξαναμπεί στη ζωή μας όπως άλλοτε, γιατί δε συντρέχουν πια οι λόγοι που στήριζαν αυτή την ανάγκη. (σελ.41 πηγή)


1.5   Μαθητεία

“Η τέχνη δεν χαρίζεται αλλά κλέβεται” {Ανώνυμοι παραδοσιακοί χτιστάδες μαστόροι της Πελοπονήσου. (σελ.135 πηγή)}

-  Πόσο θα κρατήσουν τα μαθήματα;
-  Πόσο γρήγορα μαθαίνεις;
-  Πόσο κοστίζει η εκπαίδευση αυτή;
-  Πλήρωσες τον πατέρα σου που σου έμαθε να κολυμπάς;
-  Γιατί μου απαντάτε με ερωτήσεις;
-  Ποιες ερωτήσεις; {TahirShah,Μαθητευόμενος σε Μάγο-Ταχυδακτυλουργό (σελ.125 πηγή)}

Η παραδοσιακή μέθοδος μάθησης

[...] ο παραμυθάς προσπαθεί να μιμηθεί αφηγητές που κι ο ίδιος έχει ακούσει, αναδιηγείται, με το δικό του τρόπο, τα παραμύθια που γνωρίζει και θέτει το έμφυτο αφηγηματικό ταλέντο του στην υπηρεσία της παράδοσης […] εντοπίζεται μια συνάφεια με τη λαϊκή τέχνη ευρύτερα, στην οποία ανήκει και η τέχνη του λόγου. Και στις υπόλοιπες, τις χειρωνακτικές, ας πούμε, τέχνες ο μαθητευόμενος μαθαίνει παρακολουθώντας το μάστορα, το δάσκαλό του, κάποτε μάλιστα “κλέβει” μέσω της παρακολούθησης την τέχνη, αν εκείνος δεν είναι πρόθυμος να του τη μάθει, φοβούμενος πιθανό επαγγελματικό ανταγωνισμό. Συγκεκριμένη μαθητεία στους παραμυθάδες δεν μαρτυρείται, πλην της παρακολούθησης και της μίμησης των παλαιότερων και πιο ηλικιωμένων αφηγητών της ίδιας κοινότητας, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν. (σελ.27 πηγή)

“η κύρια πληρωμή τους είναι ότι μαθαίνουν την δουλειά και ότι με τον καιρό γίνονται και αυτοί μάστοροι” {(Μελάς, 1953). (σελ.129 πηγή)}

[...] η μαθητεία στην αφήγηση δεν ολοκληρώνεται ποτέ κι έχουμε δρόμο να κάνουμε ως την επόμενη φορά που θα τολμήσουμε να μπούμε στο κέντρο του λόγου. (σελ.127 πηγή)

Μάστορας Παραμυθάς

Είναι ένας άνθρωπος με σάρκα και οστά, με ελαττώματα και προτερήματα, με αρετές, πάθη και λάθη, “ο Μάστορας των ιστοριών" [...] Είναι αυτός που στον συγκεκριμένο τόπο και χρόνο εν-σωματώνει και εν-σαρκώνει την παράδοση και την λαϊκή λογοτεχνία, αυτός που καταφέρνει να “καβαλήσει το αγέννητο άλογο” και να “κουβαλήσει στην παλάμη του τους πεθαμένους”. Μέσα από το στόμα του μιλούν οι πρόγονοι και είναι ο μόνος που μπορεί να πραγματοποιήσει το όνειρο του μικρού καλφόπουλου, να το βοηθήσει να ολοκληρώσει τη μαθητεία και να γίνει και αυτό κάποτε με τη σειρά του μάστορας-παραμυθάς. (σελ.144 πηγή)

Ο Μάστορας: το ζωντανό παράδειγμα

Μόνο μέσα από τη στενή συνεργασία ο μαθητευόμενος θα έχει την ευκαιρία να μάθει όσα ακόμη και ο μέντοράς του πιθανά δεν γνωρίζει: πώς διαμορφώνει δηλαδή ένα ερώτημα ή ξεκινάει ένα καινούργιο εγχείρημα” [...] Η αναζήτηση της γνώσης και η τελειοποίηση των δεξιοτήτων παρουσιάζεται ως μια συνεχής εξελισσόμενη διαδικασία που δεν αφορά μόνο τον μαθητευόμενο του αλλά και τον ίδιο το μάστορα, σε αντίθεση με τις καθιερωμένες σήμερα μορφές μάθησης (μελέτη βιβλίων, παρακολούθηση μαθημάτων ή εκθέσεων), όπου η γνώση παρουσιάζεται ως προϊόν-αντικείμενο με αποκρυσταλλωμένη μορφή και λειτουργία. (σελ.145 πηγή)

[...] ακόμα και στην Αφρική η παραδοσιακή μαθητεία τείνει να εξαφανιστεί, γιατί, “σήμερα δεν θέλουμε να υποφέρουμε, θέλουμε να αποκτούμε καθετί εύκολα, χωρίς κόπο. Παλαιότερα οι μαθητευόμενοι υπηρετούσαν το δάσκαλό τους. Προσωπικά εγώ το έκανα. Πήγαινα στο δάσος να κόψω ξύλα, έπλενα τα πιάτα (πράξη ταπεινωτική για έναν άντρα στην Αφρική), σκούπιζα το σπίτι της γυναίκας του μάστορά μου. Τα έκανα όλα αυτά γιατί ήθελα πραγματικά να μάθω”. (σελ.150 πηγή)

Μαθητεία - Μύηση

[...] κάθε μαθητεία αποτελούσε “ένα είδος περίτεχνης τελετής μύησης”[...]“Η τελετή μύησης σηματοδοτεί μια περίοδο εντατικής συναισθηματικής εκπαίδευσης, όπου ο μυούμενος μαθαίνει για τα συναισθήματά του και τις σχέσεις του με τους άλλους μέσα στην κοινότητα”(Gardner, 1993: 342). (σελ.148 πηγή)

Η μαθητεία ξεκινούσε όταν ο νεαρός άφηνε το σπίτι του κατά την προ-εφηβεία ή την εφηβεία και πήγαινε να κατοικήσει για μερικά χρόνια στο σπίτι του μάστορα. Εκεί, κατ' αρχάς, γινόταν μέρος του νοικοκυριού κάνοντας θελήματα, παρακολουθώντας το μάστορα στην εργασία του, δημιουργώντας δεσμούς με τους άλλους καλφάδες και παραγιούς. Η μαθητεία μελετάται σήμερα από τους αναπτυξιακούς ψυχολόγους που ασπάζονται τη θεωρία της πολλαπλής νοημοσύνης, επειδή ως τρόπος μάθησης επιτρέπει την παράλληλη και απρόσκοπη ανάπτυξη πολλών ειδών νοημοσύνης ταυτόχρονα. Στηρίζεται στον ισχυρό προσωπικό δεσμό που αναπτύσσεται ανάμεσα στο μάστορα και τον μαθητευόμενο και έτσι αξιοποιεί τα προσωπικά είδη νοημοσύνης που παραμελούνται στα σύγχρονα εκπαιδευτικά συστήματα. Παράλληλα, είναι ευέλικτη και επιτρέπει τη γρήγορη πρόοδο των ταλέντων, χωρίς να τα εντάσσει αδιάκριτα σε υποχρεωτικά εκπαιδευτικά στάδια που καθορίζονται από την ηλικία αγνοώντας τις διαφορετικές ικανότητες των μαθητών [...] οι χτιστάδες της Πελοποννήσου. Μέσα από τη μαθητεία ο άξιος και προικισμένος νέος μπορούσε να γίνει πρωτομάστορας πολύ νωρίς και να διευθύνει ολόκληρη κομπανία. (σελ.126-127 πηγή)

[...] ονόματα μύησης [...] ένα πρότυπο συμπεριφοράς που ο μυημένος θα πρέπει σε όλη του τη ζωή να αγωνιστεί να κατακτήσει, όπως συμβαίνει με την ονοματοδοσία στην Ορθοδοξία, όπου ο Άγιος του οποίου το όνομα φέρουμε δεν αποτελεί μόνο προστάτη, αλλά και πρότυπο μίμησης των ιδιαίτερων χαρισμάτων του. (σελ.149 πηγή)

Η παρατήρηση: Α' στάδιο μαθητείας

[…] που σημαίνει με την παρατήρηση και την πρακτική, και με ελάχιστη μόνο λεκτική εξήγηση [...] ο κάθε μαθητευόμενος είναι υπεύθυνος για την πρόοδό του, ανάλογα με την ευφυΐα, την αποφασιστικότητα, την προθυμία, τη σκληρή δουλειά, αλλά κυρίως ανάλογα με την παρατηρητικότητα του [...] Η παρατήρηση είναι το πρώτο στάδιο της μαθητείας και η καλλιέργεια της παρατηρητικότητας αποτελούσε αυτή καθαυτήν αντικείμενο μάθησης. (σελ.135-136 πηγή)

[...] . Η προσεκτική ακρόαση και παρατήρηση θεωρείται προϋπόθεση της ικανότητας λήψης ορθών αποφάσεων. (σελ.136 πηγή)

Ενεργητική Παρατήρηση

[...] οι ασκημένοι ενήλικοι παρατηρητές είναι σε εγρήγορση και ενεργητικοί της ώρας της παρατήρησης [...] ”λεπτομερειακή παρατήρηση”. “Η εκπαίδευση έχει σκοπό να εμπνεύσει ταπεινότητα στο νεαρό εκπαιδευόμενο [...] και να του διδάξει την αυτοπειθαρχία. Στη συνέχεια μπορεί ανεμπόδιστα να αφομοιώσει όχι μόνο την τεχνική της τέχνης του, αλλά επίσης και την ατμόσφαιρά της. Με αυτά τα σταθερά θεμέλια μπορεί αργότερα να αναζητήσει την ανάπτυξή της ατομικότητάς του και να ξεπεράσει τα όρια που θέτει η παράδοση" (Hrdlicklova, 1969: 185-6) [...] ατμόσφαιρα είναι ένα πολύτιμο στοιχείο, είναι η αισθητική της τέχνης του, η οποία μόνο μέσα από την παρατήρηση μπορεί να αφομοιωθεί [...] του δίνεται τελικάη αυτοπεποίθηση που απαιτείται για την δημιουργική συνέχισή της αποφεύγοντας τη στείρα αναπαραγωγή της. (σελ.141-142 πηγή)

Τσιράκι

Ο μαθητευόμενος σε αυτό το στάδιο (παρατήρησης) ονομαζόταν τσιράκι. Αυτή ήταν και η επικρατέστερη ονομασία σε όλη την οθωμανική αυτοκρατορία από τον Μεσαίωνα έως τα νεότερα χρόνια. Η παρατήρηση αποτελεί, ακόμα και σήμερα, για πολλούς προφορικούς λαούς τρόπο κοινωνικής αλληλεπίδρασης και κοινωνική αξία που διατηρείται (σελ.136 πηγή)

Η μίμηση: Β' στάδιο μαθητείας

Φυσική συνέχεια της παρατήρησης είναι η μίμηση. Η μίμηση είναι το δεύτερο στάδιο κάθε μαθητείας, επίσημης και οργανωμένης ή άτυπης (σελ.152 πηγή)

Κάλφας

Στην οργανωμένη μαθητεία ο μαθητευόμενος προβιβαζόταν δημόσια σε αυτό το στάδιο και ονομαζόταν στο εξής κάλφας. Ήταν πια ικανός να προσφέρει ουσιαστικές υπηρεσίες στο μάστορά του και θεωρούνταν ήδη ανεπίσημο μέλος της συντεχνίας του. (σελ.152 πηγή)

Το τέλος της μαθητείας: η συνάντηση με το κοινό

Η μαθητεία ολοκληρώνεται όταν ο μαθητευόμενος είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει μόνος του ένα τυχαίο κοινό… Με το τέλος της μαθητείας ξεκινά ένας καινούργιος κύκλος εξέλιξης και βελτίωσης, στον οποίο πια μόνο το ιδιαίτερο φυσικό χάρισμα, το ταλέντο, συνδυασμένο με σκληρή δουλειά μπορεί να οδηγήσει τον νέο αφηγητή στην κορυφή της καλλιτεχνικής του πορείας. (σελ.163 πηγή)

Απαραίτητη και η “σκοτεινή” πλευρά

Ο μαθητευόμενος παρατηρούσε [...] αλλά και τα κόλπα του επαγγέλματος που δεν ήταν πάντοτε ηθικώς αποδεκτά. Ήταν όμως, πάντοτε απαραίτητα για την καλύτερη ζωή και προκοπή όλης της κομπανίας, μαστόρων και μαθητευόμενων [...] Τα τεχνάσματα, οι μικροαπάτες και τα παζαρέματα ήταν και αυτά μυστικά της δουλειάς που μεταδίδονταν με την μαθητεία. Πρωτομάστορας δεν γινόταν μόνο ο άξιος τεχνίτης. Έπρεπε να μπορεί να αποσπάσει και καλή αμοιβή και καλά κεράσματα από το κάθε αφεντικό. Μερικές φορές οι σχέσεις μάστορα μαθητευόμενου γινόταν έντονα ανταγωνιστικές [...] μαρτυρίες… για τυραννικούς μαστόρους, οι οποίοι εκμεταλλεύονταν τους μαθητευόμενους [...] Ο χαρακτήρας της μαθητείας εξαρτιόταν από τον ανθρώπινο χαρακτήρα του μάστορα αλλά και τις επιταγές του σιναφιού και όχι από την ίδια τη φύση του αντικειμένου της μαθητείας. (σελ.150-151 πηγή)

Δυτική σκέψη

[...] ο μελλοντικός παραμυθάς, όταν εισέρχεται σε μια συστηματική μαθητεία και ζει για κάποιες ώρες ή ολημερίς δίπλα στο μάστορά του. Τότε μιλάμε για ενεργητική ή λεπτομερειακή παρατήρηση. Συχνά στη δυτική σκέψη υποτιμάται η παιδαγωγική σημασία και η χρησιμότητα της ικανότητας παρατήρησης, ενώ υπερτονίζεται η σημασία των εξηγήσεων, της ανάλυσης και του διαλόγου με τον μαθητευόμενο. Στη μαθητεία, όμως διάλογος, ανάλυση και επεξηγήσεις δεν υπάρχουν [...] γνωρίζει πως να συλλέγει πληροφορίες παρακολουθώντας, χωρίς να συμμετέχει στην εκτέλεση της δραστηριότητας. (σελ.140 πηγή)



2.  "Μια φορά κι έναν καιρό…"

2.1   Τι είναι το Παραμύθι

Το παραμύθι [...] μαγικός χώρος για νοητικές περιπλανήσεις (σελ.17 πηγή)

“ [...] μια διήγηση … απίθανου και απίστευτου περιεχομένου… δημιουργημένη με ποιητική φαντασία, παρμένη ιδιαίτερα από το κόσμο του μαγικού, μιαν ιστορία του θαύματος, που δεν εξαρτάται από τους όρους της πραγματικής ζωής, και την ακούνε με ευχαρίστηση μεγάλοι και μικροί, έστω και αν δεν την θεωρούν πιστευτή” (σελ.270 πηγή)

Αινιγματική είναι εξάλλου η ίδια η κατασκευή της λέξης παραμύθι: παρηγοριά, από το παραμυθία, που σημαίνει ότι πρόκειται και για ψέματα και για αλήθεια ταυτόχρονα. Παραπαίδι του μύθου, από το παρά και μύθος, λέξη που εξακολουθεί ωστόσο να σημαίνει μέχρι σήμερα αφήγηση, ιστορία φανταστική κι αληθινή συγχρόνως. (σελ.15-16 πηγή)

[...] το παραμύθι είναι έργο τέχνης και μάλιστα στην πιο πολύτιμη μορφή της, γιατί δεν είναι παγιωμένο αλλά σε συνεχή εξέλιξη, αφού δημιουργός του δεν είναι ένας μόνο άνθρωπος αλλά ολόκληρη η ανθρωπότητα. Έχει τα χαρακτηριστικά του “ιδανικού” έργου τέχνης: Καταπλήσσει το χρόνο και περιέχει το όλο. (σελ.92 πηγή)

[...] το λαϊκό παραμύθι, αντίθετα με τα παραμύθια που φτιάχτηκαν πιο πρόσφατα, είναι το αποτέλεσμα μιας ιστορίας η οποία πλάστηκε και αναπλάστηκε καθώς ειπώθηκε εκατομμύρια φορές από διαφορετικούς ενήλικες, σε όλων των ειδών τους ενήλικες και παιδιά. (σελ.215 πηγή)

[...] ένας κόσμος ανθρώπινος, προσιτός, λιτός στους τρόπους, αλλά πλούσιος σε παλμό, σοφία και προπαντός αισθήματα.  Συχνά πικάντικος κι αθυρόστομος κι άρα ακατάλληλος για τα αλλοτριωμένα πουριτανικά κριτήρια των σημερινών μεγάλων με τα οποία, φυσικά, κρίνουμε την καταλληλότητα των αναγνωσμάτων των παιδιών μας (ήταν η εποχή, μην το ξεχνάμε, που τα παιδιά μεγάλωναν ανάμεσα στους μεγάλους κι όχι σε απόσταση ασφαλείας απ'αυτούς, όπως θέλουμε να τα κρατάμε σήμερα...) Ήταν, λοιπόν, ένας κόσμος βγαλμένος μέσα από την ίδια τη ζωή κι ο οποίος, έχοντας φιλτραριστεί στην κρισάρα του ουσιώδους και του αιώνια αληθινού, πρόσφερε στέρεα πνευματική τροφή και τέρψη στην ίδια τη ζωή! (σελ 9, πηγή)

Το παραμύθι όμως, ενώ είναι κι αυτό απόρροια του μύθου, ο οποίος κάποτε αποτελούσε αντικείμενο πίστης, αναφέρει φανταστικά γεγονότα, για τους πολλούς ψεύτικα [...] Κι όμως, αν δεν αντικατόπτριζε ένα βαθύτερο, μυθικό όραμα της ανθρώπινης ζωής και του κόσμου, δεν θα το συναντούσαμε σε τόσο διαφορετικούς πολιτισμούς, με την ίδια αναγνωρίσιμη μορφή του [...] οι λαϊκές διηγήσεις, κυκλοφορώντας από στόμα σε στόμα, ταξίδευαν πάντοτε, κρατώντας ενιαία τη δομή τους και τα διαχρονικά τους χαρακτηριστικά, παρ' όλο που άλλαζαν πλαίσιο, κλίμα, γλώσσα, πολιτισμό. (σελ.16 πηγή)

Ψυχαγωγία, εκτόνωση των παιδιών, λαϊκή σοφία, φαντασία: αλλά, παρ' όλες αυτές τις κοινές αποδοχές, η γλώσσα έχει αφομοιώσει ταυτόχρονα τις θετικές κι αρνητικές αποχρώσεις της λέξης “παραμύθι”, χωρίς να επηρεαστεί από την τρέχουσα διανόηση. Η αμφισημία αυτή υπήρχε εξάλλου και στις παραδοσιακές κοινωνίες: “Ψέματα κι αλήθεια, έτσι είν' τα παραμύθια”, καταλήγουν συχνά πολλές γνωστές καταγραφές παραμυθιών από παλιούς και νεώτερους λαογράφους. (σελ.15 πηγή)

[...] Κωστής Παλαμάς [...] “Και μη λησμονούμεν ότι τα παραμύθια δεν μας εμπνέουν μόνον τη λήθην της πραγματικότητος, αλλά μας ενθαρρύνουν δια να την υφιστάμεθα ως οίον τε γενναιότερον. Αι στερεότυποι λύσεις των, δια του θριάμβου των αγαθών και της τιμωρίας των κακών, λύσεις τας οποίας τόσον καταφρονούν οι συνθέται των δήθεν κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν της ζωής διηγήσεων, ως παιδαριώδεις και ψευδείς, δεν αποτελούσι τάχα σοφά διδάγματα προς ενίσχυσιν της αρετής; [...]”. Στο ίδιο κείμενό του ο μεγάλος ποιητής θεωρούσε τον κόσμο του παραμυθιού έναν κόσμο, “του οποίου όσον σκοτεινόν ενίοτε λανθάνει το νόημα, τόσον καθαρά λάμπει η ποίησις”. (σελ.270-271 πηγή)

[...] τα παραμύθια αποτελούν και ιστορικά ντοκουμέντα και αντανακλούν τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες της εποχής που τα δημιούργησε [...] (σελ.14 πηγή)

Ο “αφηγηματικός τρόπος σκέψης” προσφέρει έναν τρόπο συμβολικής κατανόησης της πραγματικότητας, έναν σύνθετο ανθρώπινο κόσμο, όπου δεν επιβιώνουν μόνο οι ισχυροί, οι ικανοί και οι όμορφοι αλλά και οι “αναποδογεννημένοι” που έχουν ένα σωρό αρετές και την αγάπη της οικογένειας και της κοινότητάς τους (και καλούς δασκάλους που τους αγαπούν και τους λένε παραμύθια). (σελ.284 πηγή)

Τονίζει την ακεραιότητα απέναντι στην έλλειψη και τη δυσλειτουργία, ενθαρρύνει τον αγώνα του αδύναμου απέναντι στις συμφορές της ζωής και τη δύναμη των ισχυρών. Διαβεβαιώνει για το αίσιο τέλος του αγώνα και της αναζήτησης σε ένα κόσμο σταθερό, όπου η αδικία τιμωρείται και το καλό θριαμβεύει. Προβάλλονται οι αξίες της αλληλοβοήθειας, της επιμονής, της εμπιστοσύνης. Ενισχύεται η αυτοπεποίθηση και ο αυτοσεβασμός του αδύναμου, προσφέροντας του παραμυθία και τη μέθοδο να χτίσει τον προσωπικό του μύθο με στέρεα παραδοσιακά στοιχεία και δομές, να δημιουργήσει την ατομική του υπαρξιακή αφήγηση που θα στηρίξει τον αγώνα του για υπέρβαση της αναπηρίας. (σελ.284 πηγή)

Τέτοιες ιστορίες τις χρειαζόμαστε στη ζωή. (σελ.23 πηγή)


2.2   Καταγωγή και Καταγραφή των Παραμυθιών

[...] οι οπαδοί της μονογενετικής θεωρίας πίστευαν ότι πρόκειται για επιβιώσεις ινδοευρωπαϊκών μύθων μετεωρολογικού, αλληγορικού περιεχομένου. (σελ.16 πηγή)

Πώς γεννήθηκαν τα παραμύθια; Γεννήθηκαν συγχρόνως σε διάφορα μέρη του πλανήτη (θεωρία της πολυγένεσης) ή μήπως γεννήθηκαν σε συγκεκριμένο τόπο και ταξίδεψαν, πλημμυρίζοντας τη γη (θεωρία της μονογένεσης); (σελ.33 πηγή)

Μήπως λοιπόν όχι μόνο ταξιδεύουν τα παραμύθια αλλά γεννήθηκαν από προφορικούς ανθρώπους συγχρόνως σε διάφορα μέρη του κόσμου, γιατί οι ανάγκες της ψυχής για παραμυθία αλλά και για μυητικά ταξίδια είναι οι ίδιες παντού; (σελ.37 πηγή)

[...] δεν μπορούμε πότε να πούμε με βεβαιότητα πότε και πού πρωτοεμφανίστηκε ένα παραμύθι. Το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι πότε και πού έχει καταγραφεί. (σελ.31 πηγή)

Τις αρχαιότερες γραπτές ιστορίες τις βρίσκουμε στην Ανατολή, στα Ινδικά Πανχατάντρα (Τα Πέντε Βιβλία) [...] Τα Πέντε Βιβλία χρησιμοποιούνται για την εκπαίδευση νεαρών Ινδών αριστοκρατών [...] οι αρχαιότεροι απ' όλους παρουσιάστηκαν στην Αίγυπτο το 1400 π.Χ. (σελ.11 πηγή )

Η παλαιότερη πεζή συλλογή παραμυθιών στην Ευρώπη εμφανίστηκε μετά την Αναγέννηση, όταν ο Στραπαρόλα δημοσίευσε τα Νότι Πιατσεβόλι στη Βενετία το 1550. (σελ.12 πηγή )

Μόλις στα μέσα του 16ου μ.Χ. αιώνα (το 1550, στη Βενετία), έχουμε την πρώτη έκδοση συλλογής λαϊκών παραμυθιών,Le Piacevoli Notti από τον Τζιανφραντσέσκο Στραπαρόλα (κατ' άλλους, όπως η Nicole Belmont, από τον Βοκκάκιο που, με το Δεκαήμερο, προηγήθηκε κατά δύο αιώνες)· ακολούθησε η συλλογή του Τζιανμπατίστα Μπαζίλε Lo Cunto de li cunti (το 1634, στη Νάπολη) και μετά, στα τέλη του 17ου (1697), η περίφημη συλλογή του Σαρλ Περρό Contes de ma mere l'Oye, με οχτώ μόνο διασκευασμένα παραμύθια προφορικής παράδοσης, και στις αρχές του 19ου (1812) η συλλογή των αδελφών Γκριμ KinderundHausmarchen, με διακόσια έντεκα λαϊκά παραμύθια (σελ.22 πηγή)

[...] το Πενταήμερον (Ψυχαγωγία Πέντε Ημερών), που γράφτηκε από τον Τζιάν-Μπαττίστα Μπαζίλ, σε ναπολιτάνικη διάλεκτο και θεωρείται η καλύτερη συλλογή παραμυθιών που έχει ποτέ γραφτεί (σελ.12 πηγή )

Μερικές ιστορίες από αυτές τις συλλογές μεταφράστηκαν στα Γαλλικά το 1560-1576 και δημοσιεύτηκαν από τον Κάρολο Περρώ, με τον τίτλο “Ιστορίες των ξωτικών” [...] Ακολούθησε η μνημειώδης δουλειά των αδελφών Γκριμμ στη Γερμανία. Οι ιστορίες του Περρώ, πρώτα γραμμένες σε μορφή ποιήματος και αργότερα πεζού λόγου, μείωναν τη σημασία των ιστοριών, με τον σατιρικό και με το τρόπο που της παρουσίαζαν, καθώς και με το απλοϊκό ηθικό δίδαγμα που παρουσίαζαν στο τέλος. (σελ.12 πηγή )

[...] η πρώτη συλλογή ελληνικών λαϊκών παραμυθιών έγινε από τον Αυστριακό Johan Georg Von Hahn και εκδόθηκε στη Λειψία το 1864, σε γερμανική μετάφραση. Η πρώτη έκδοση στα ελληνικά έγινε από το Δανό Jean Pio το 1879 στην Κοπεγχάγη και περιλάμβανε ένα μέρος της συλλογής του Hahn (30 παραμύθια) μαζί με 17 παραμύθια από την προσωπική συλλογή του Jean Pio. (σελ.22-23 πηγή)

[...] Ρώσο Vladimir Propp [...] αναλύοντας τη μορφολογία του ρωσικού παραμυθιού και των περιώνυμων πλέον “λειτουργιών” του [...] Αυτό ισχύει για όλα τα λεγόμενα “μαγικά” παραμύθια...αυτά που ονόμασε ο LeviStrauss “μυθικά παραμύθια” (όσα στον διεθνή κατάλογο AarneThompson φέρουν τους αριθμούς 300 με 750) [...] οι υπαρκτές διαφορές ανάμεσα στα παραμύθια αυτά αποδίδονται στην επιλογή και την ενδεχόμενη επανάληψη κάποιων διαφορετικών λειτουργιών κάθε φορά. (σελ.17-18 πηγή)

[...] Η απάντηση, που την έχει δώσει ο ίδιος εξάλλου ο Proop, θεωρώντας την ωστόσο “καθαρά αιρετική”, είναι ότι τα παραμύθια αυτά ισοδυναμούν με μύθους.(σελ.18 πηγή)

Λέγε τα πιο σιγά για να γράφω

[…] ο νεαρός δανός λαογράφος καταλήγει στο συμπέρασμα πως “δυστυχώς δεν υπάρχουν καλοί σαρακατσάνοι παραμυθάδες”. Πήγε στην πηγή και έμεινε διψασμένος ο κακομοίρης, αφού περίμενε να βρει βοσκούς που θα μιλούσαν όπως τα βιβλία ή όπως τα πρόσωπα των τραγωδιών του Σοφοκλή. Έσκαψε και περίμενε να εξορύξει τα διαμάντια καθαρισμένα, γυαλισμένα και κομμένα άκουσε με αυτιά που διάβαζαν. Περίμενε να βρει τον Άντερσεν των κοσμικών σαλονιών της πατρίδας του με φουστανέλες και έτσι απογοητεύθηκε, όπως απογοητευόμαστε και εμείς συχνά από την απλότητα και την καθαρότητα του λαϊκού πολιτισμού που δεν χωράει στο σαλόνι μας ή στα αναγνωστικά των παιδιών μας. (σελ.48 πηγή)

Γράψ' το στο νου σου

'Ενα γραπτό κείμενο παραμένει αναλλοίωτο μέσα στο χρόνο και η αναπαραγωγή του μέσω της αντιγραφής ή της εκτύπωσης δεν επηρεάζει τη μορφή του [...] Οι “φτερωτές” προφορικές λέξεις δεν στέκονται [...] Μεταβάλλονται, όπως μεταβάλλεται και η κούρνια τους, η ανθρώπινη μνήμη. Οι μεταβολές συχνά συμβαίνουν ασυνείδητα [...] και οφείλονται στους περιορισμούς που χαρακτηρίζουν την ανθρώπινη μνήμη [...] Εάν η μνήμη του φθαρεί θα φθαρούν και οι ιστορίες του, η ανθρώπινη μνήμη δεν λειτουργεί μηχανικά αλλά επιλεκτικά, διαλέγει δηλαδή τι θα θυμηθεί και τι θα ξεχάσει, κάθε πνευματική ή ψυχική αλλαγή του ανθρώπου επηρεάζει το περιεχόμενο της μνήμης του [...] θα μεταβληθεί και το αφήγημα [...] (σελ.52 πηγή)

Η σταθερότητα των κειμένων και η ρευστότητα της λαϊκής λογοτεχνίας

Αυτό που βρίσκουμε καταγεγραμμένο στο χαρτί είναι το απολίθωμά του ένα “πετρωμένο” παραμύθι [...] Βασικό χαρακτηριστικό της προφορικής μορφής είναι η αλλαγή [...] ”εάν καταγράψουμε ή μεταφέρουμε μια προφορική ιστορία, αυτό που τελικά έχουμε στο χαρτί είναι το πειστήριο ότι υπήρξε μια προφορική αφήγηση κι όχι την ιστορία την ίδια”(Philip, 1992 :xvii). Μέσα στα βιβλία βρίσκουμε τις σκιές των λαϊκών παραμυθιών και όχι τα παραμύθια τα ίδια [...] Στην λαϊκή παράδοση δεν υπάρχει διόλου μια τυφλή και παθητική επανάληψη αλλά, αντίθετα, μια ενεργητική και δυναμική μετάδοση που επιτρέπει την έκφραση της ατομικής και συλλογικής δημιουργικότητας. (σελ.50 πηγή)


2.3   Κατηγοριοποίηση παραμυθιών

Οι πιο πολλές απ' τις ωραιότερες παραδόσεις της ανθρωπότητας έχουν περάσει στα παραμύθια, που έχουν μια εκπληκτική ομοιότητα από χώρα σε χώρα, είτε όταν μεταδίδονται από γενιά σε γενιά, είτε όταν ξεπηδούν από την φαντασία [...] (σελ.11 πηγή)

Όπως γράφει ο Propp(1987,22), “τελικά, όπως όλα τα ποτάμια χύνονται στη θάλασσα, όλα τα ζητήματα της μελέτης του παραμυθιού πρέπει να καταλήγουν στη λύση του ουσιωδέστερου, άλυτου ως τώρα, προβλήματος – του προβλήματος της ομοιότητας των παραμυθιών ολόκληρης της υφηλίου”. (σελ.71 πηγή)

Ως την εποχή των μεγάλων καταγραφών (19ος αιώνας) υπήρχε η αντίληψη ότι τα παραμύθια συνδέονται με συγκεκριμένους τόπους και λαούς. Όμως με την σύνταξη του διεθνούς καταλόγου (TypeIndex) που δημοσιεύτηκε σε μια πρώτη μορφή το 1910 από τον Φινλανδό Anti Aarne και στην συνέχεια συμπληρώθηκε από τον Αμερικανό SmithThompson, (πρώτη δημοσίευση 1928), φάνηκε ότι τα παραμύθια έχουν χαρακτήρα πανανθρώπινο, σαν τις ανάγκες της ψυχής. Η διεθνής ταξινόμηση AarneThompson (“AT”) που αναθεωρείται τακτικά – τελευταία αναθεώρηση το 2004 από τον Γερμανό Hans-Jorg Uther (“ATU”) - και που καλύπτει τις περισσότερες περιοχές της γης αναφέρει μόλις 2340 παραμυθιακούς τύπους [...] (σελ.32 πηγή)

Όταν λέμε ότι σε όλο τον κόσμο λέγονται τα ίδια παραμύθια δεν εννοούμε ότι παντού βρίσκουμε και τους 2340 τύπους της διεθνούς ταξινόμησης – κάθε άλλο. Για παράδειγμα, υπάρχουν παραμύθια, όπως η “Σταχτοπούτα”, που παρ' ότι οι περισσότερες και οι πιο αυθεντικές (μη λογοκριμένες) παραλλαγές τους έχουν καταγραφεί στην Ελλάδα, τα βρίσκουμε και σε πολύ μακρινές γειτονιές όπως η Άπω Ανατολή, αλλά σχεδόν καθόλου στην πιο κοντινή μας κεντρική Αφρική. (σελ.33 πηγή)

[...] ενώ τα παραμύθια υπάρχουν από τόσο παλιά σε όλον τον κόσμο, οι πλοκές τους είναι σχετικά λίγες και έχουν μιαν αξιοσημείωτη ομοιότητα από χώρα σε χώρα. (σελ.13 πηγή )

“ [...] Ωστόσο η καθολικότητα αυτή δε σημαίνει- θα ήταν αδιανόητο- και ισοπεδωτική ομοιομορφία. Κάθε λαός και κάθε τόπος δίνει στα κοινά και κάτι ιδιαίτερα δικό του.” (σελ.11 πηγή)

Διεθνής Κατάταξη Παραμυθιών των AarneThompsonUther (ATU)

Τα παραμύθια υπάγονται στον ανάλογο κωδικό αριθμό που φέρει ο παραμυθιακός τύπος του διεθνούς τυπολογικού πίνακα.

[...] που μας δίνει μια παγκόσμια ταξινόμηση όλων των παραμυθιακών τύπων, πλάι στους εθνικούς Καταλόγους που κατατάσσουν το υλικό κάθε χώρας, κάθε γλώσσας μάλλον, υπάρχει σήμερα και ο Eλληνικός Κατάλογος, τον οποίο χρησιμοποιούμε και συμπληρώνουμε εφεξής [...] (σελ.28 πηγή)

Ο κατάλογος Aarne-Thompson, πέρα από τις συχνά θεμιτές επικρίσεις και αμφισβητήσεις, που μπορούμε να του απευθύνουμε, παραμένει το μόνο ισχύον σύστημα αναφοράς, εφόσον δεν βρέθηκε άλλο, κι αποτελεί τη μόνη κοινή γλώσσα μεταξύτων ειδικών (σελ 11, πηγή)

Η λαϊκή λογοτεχνία και ειδικότερα τα πεζά της δημιουργήματα, όπως το παραμύθι, εξισορροπούν την ελευθερία του αυτοσχεδιασμού με τη σταθερότητα της πλοκής τους. Όσο και αν προσαρμόζονται στις συνθήκες αφήγησής τους, ο μελετητής μπορεί να διακρίνει τα θέματά τους, τα οποία διατηρούνται στις διαδοχικές αφηγήσεις από στόμα σε στόμα. Αυτό το χαρακτηριστικό τους είναι που επέτρεψε την παγκόσμια κατάταξη όλων των λαϊκών ιστοριών σε έναν ενιαίο κατάλογο παραμυθιακών τύπων, τον περίφημο κατάλογο AarneThomson, ο οποίος αργότερα εξειδικεύτηκε για τις εθνικές λαϊκές ιστορίες από τους μελετητές του λαϊκού πολιτισμού κάθε χώρας. Στην Ελλάδα η εργασία αυτή ξεκίνησε από τον Γεώργιο Μέγα και συνεχίστηκε από την Άννα Αγγελοπούλου και την Αίγλη Μπρούσκου. Πρόσφατα μάλιστα αποφασίστηκε η ενίσχυση της προσπάθειας ολοκλήρωσης του καταλόγου των νεοελληνικών παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών. (σελ.55 πηγή)

Οι Aarne-Thompson κατατάσσουν τα παραμύθια στις εξής κατηγορίες:

        1. ΑΤ1-299         : Μύθοι ζώων (Animal Tales)

2. ΑΤ 300-1199 : Τα καθ΄αυτό παραμύθια (OrdinaryTales), 

μέσα στα οποία συγκαταλέγονται και 

τα μαγικά παραμύθια (Tales of Magic) αρ. 300-749

3. ΑΤ 1200-1999 : Ευτράπελες διηγήσεις και ανέκδοτα (Jokes and Anekdotes)

4. ΑΤ 2000-2399 : Κλιμακωτά παραμύθια (FormulaTales) (σελ 12, πηγή)

Η πιο συγκεκριμένη διάκριση των παραμυθιών είναι:

        1. Παραμύθια με ζώα   (Τ 1 έως 299)

2. Μαγικά     (Τ 300 έως 749)

3. Νοβελιστικά     (Τ 750 έως 1199)

4. Ευτράπελα     (Τ 1200 έως 1999)

5. Κλιμακωτά     (Τ 2000 έως 2340) (σελ.38 πηγή)

Θεματολογικά το Μαγικό Παραμύθι (αρ. 300-749) χωρίζεται από τους ΑΤ στις εξής κατηγορίες:

      1.     ΑΤ 300-400:          Υπερφυσικοί Αντίπαλοι

2. ΑΤ 400-459:    Υπερφυσικοί Σύζυγοι και άλλοι συγγενείς

3. ΑΤ460-499:   Υπερφυσικά Ζητήματα

4. ΑΤ 500-559:    Υπερφυσικοί Βοηθοί

5. ΑΤ 560-649:    Μαγικά Αντικείμενα

6. ΑΤ 650-699: Υπερφυσική Δύναμη και Γνώση (σελ 14, πηγή)

Ταξινόμηση των Ελληνικών Παραμυθιών

[…] υπάρχει το μνημειώδες έργο Κατάλογος Ελληνικών Παραμυθιών του Γ. Α. Μέγα (έχουν δημοσιευτεί έως σήμερα από την Ακαδημία Αθηνών και το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών τα μέρη του που αναφέρονται στους μύθους ζώων και στα μαγικά παραμύθια), που συγκεντρώνει και κατατάσσει σύμφωνα με το διεθνές σύστημα κατάταξης τις προϋπάρχουσες, δημοσιευμένες και αδημοσίευτες, παραλλαγές των ελληνικών λαϊκών παραμυθιών. Η ιδιαιτερότητα των ελληνικών παραμυθιών φαίνεται στο μεγάλο αριθμό των οικοτύπων που θα συναντήσουμε και οι οποίοι ξεχωρίζουν από τον αστερίσκο που συνοδεύει την τυπολογική αρίθμηση [...] Στον Κατάλογο Ελληνικών Παραμυθιών (Κατάλογος Μέγα) ο παραμυθιακός τύπος περιλαμβάνει πολλούς υπότυπους [...] (ΑΤ##, *##, ##Β, ##C*), που δείχνουν την δημοτικότητα αλλά και την έκταση των προσαρμογών ενός διεθνούς παραμυθιού στη νεοελληνική παράδοση [...] (Σελ 32-33, πηγή)

Μελετώντας το ελληνικό παραμύθι παρατηρεί κανείς εύκολα την τεράστια ποικιλία οικοτύπων που έχουν καταγραφεί από τους λαογράφους και παράλληλα την ομοιότητα των ελληνικών παραμυθιών με τα αλβανικά, βουλγάρικα, σερβικά, τουρκικά, ρουμανικά, σικελικά κι αραβικά ορισμένων περιοχών (της Καβυλίας, ας πούμε). (σελ 9, πηγή)

Για μας, σήμερα,παραμένουν συνεπώς ανοιχτά τα εξής ερωτήματα, καθώς τα παραμύθια μας δεν έχουν ακόμη μελετηθεί συστηματικά. Όταν μιλούμε για ελληνικό παραμύθι, αναγνωρίζουμε ένα είδος λόγου με ξεχωριστά ελληνικά χαρακτηριστικά, ή ένα είδος που διαπερνά και δανείζεται την ελληνική γλώσσα; (σελ 10, πηγή)

Παραμυθιακός τύπος

είναι ο λαογραφικός όρος που επινόησε η ιστορικογεωγραφική σχολή των Φινλανδών ιστορικών και λαογράφων για να εντάξει τις διηγήσεις εκείνες που παρουσιάζουν ορισμένες βασικές ομοιότητες. (σελ.32-33 πηγή)

Ο παραμυθιακός τύπος είναι η μικρότερη ανεξάρτητη μορφή μιας λαϊκής ιστορίας που έχει αυτοτέλεια νοηματική και δεν εξαρτάται από άλλη ιστορία για την ολοκλήρωσή της. Οι μύθοι με πρωταγωνιστές ζώα αποτελούνται κατά κανόνα από έναν και μόνο παραμυθιακό τύπο, ενώ στα εκτενή μαγικά παραμύθια (Marchensfairytales) είναι δυνατόν να περιέχονται περισσότεροι. (σελ.56 πηγή)

… θεωρητικό σύνολο που συγκεντρώνει τις παραλλαγές μιας αφήγησης, που μοιάζουν στα βασικά, διαρθρωτικά τους χαρακτηριστικά. (σελ 10, πηγή)

Παραλλαγές

είναι τα καταγραμμένα κείμενα που αποτελούν τις κατά τόπους παραλλαγές κάθε παραμυθιού… Η δημοτικότητα μιας αφήγησης εξηγεί τη διπλή αυτή συμπληρωματική διαδικασία στη συγκρότηση των παραλλαγών σε έναν τόπο (αφενός, ομοιόμορφα παραμύθια από διαφορετικούς αφηγητές· αφετέρου, σημαντικές διαφοροποιήσεις στο ίδιο θεματικό ρεπερτόριο). (σελ.32-33 πηγή)

Οι παραλλαγές είναι ένα κράμα από μνήμη και λήθη. Μόνο η δημιουργική μνήμη, αδελφή της λήθης, μπορεί να σώσει τα παραμύθια. Η προφορική μνήμη διαφέρει από την κειμενική μνήμη, γιατί διαθέτει “σωματικό υλικό”, δηλαδή λειτουργεί με βάση τις πέντε αισθήσεις. Ο αφηγητής βλέπει τις εικόνες της ιστορίας, ακούει τη μουσική της, τις κραυγές των πουλιών, το κλάμα του μωρού, το βουητό του θεριού, το θρόισμα των φύλλων, οσμίζεται και γεύεται το ζεστό ψωμί που του ζεσταίνει τις παλάμες – το ψωμί του ήρωα – και δημιουργεί κάθε φορά, σαν να ήταν η πρώτη φορά, την ίδια πανάρχαια ιστορία. (σελ.27 πηγή)

Οικουμενικός λοιπόν ο λόγος του παραμυθιού κι αυτό γιατί καλύπτει πανανθρώπινες ανάγκες. Το ντόπιο στοιχείο είναι οι παραλλαγές. (σελ.38 πηγή)

Η διατήρηση της υπόθεσης κάθε λαϊκής ιστορίας [...] Δεν οφείλεται αποκλειστικά στο σεβασμό του κάθε προικισμένου αφηγητή προς την παράδοση ή στην εξαιρετική του μνήμη αλλά στην συμμετοχή όλης της κοινότητας στη διατήρηση της προφορικής παράδοσης [...] για το “νόμο της αυτοδιόρθωσης” (lawofself-correction) [...] Σε αυτόν το νόμο[...] αφού κάθε λάθος του αφηγητή διορθώνεται από το κοινό που έχει ήδη ακούσει πολλές παραλλαγές της ίδιας ιστορίας [...] (σελ.56 πηγή)

Κάθε παραλλαγή είναι απόλυτα προσωπική και ενσωματώνει το “πρόσωπο” (ακόμα και με τη θεολογική έννοια) του αφηγητή τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Κανένας δεν μπορεί να πει μια ιστορία όπως ένας άλλος και σε κάθε χωριό υπάρχουν τόσες παραλλαγές μιας λαϊκής ιστορίας όσες είναι και οι κάτοικοί του. Κανένας τους δεν νιώθει πως προδίδει τα “ιερά” παραμύθια, (που τα 'βρε από τον Θεό ή από τους Μυθικούς Προγόνους κατά τη μυθική σκέψη) ενσωματώνοντάς τα στην ύπαρξη του και προσφέροντας την ορθή παραλλαγή που είναι προσωπική παραλλαγή, η παραλλαγή που ωρίμασε αργά από την συσσώρευση της εμπειρίας στην καρδιά και το νου του [...] Κάθε μια αφήγηση “δεν αποτελεί παρέκκλιση σε σχέση με τον υποτιθέμενο (κοινό) τύπο της ιστορίας όσο μια διαδικασία λείανσης που μεταφορικά θυμίζει το χαλίκι της θάλασσας. Η τριβή εντάσσεται στη διεργασία του χρόνου και των πολλών χαλικιών/εταίρων της επικοινωνίας”(Βασιλαράκης, 1992: 24). (σελ.54 πηγή)

Η αυξημένη δημοτικότητα ενός παραμυθιού σε μια περιοχή τείνει να το περιχαρακώνει αφηγηματικά και να περιορίζει τις δυνατότητες επιλογών των αφηγητών που το επαναλαμβάνουν λίγο πολύ με παρόμοιο τρόπο, κάτι που δείχνει και τον βαθμό της ζήτησης αυτού του παραμυθιού από τα παραδοσιακά ακροατήρια τους. (σελ.32-33 πηγή)

Οικότυπος

είναι ο όρος που εισήγαγε ο Von Sydow και σημαίνει την προσαρμογή ορισμένων εισαγόμενων παραμυθιακών θεμάτων ώστε να ταιριάζουν στα προϋπάρχοντα πολιτισμικά συστήματα μιας χώρας. Ο όρος χρησιμοποιείται συνήθως για να περιγράψει την ιδιαιτερότητα ενός παραμυθιού σε έναν εθνικό χώρο σε σχέση με άλλους. Ωστόσο μπορούμε να διακρίνουμε, σε συλλογικό επίπεδο, οικοτυπικές κανονικότητες και ιδιαιτερότητες σε πολύ στενότερα πλαίσια  (σελ.32-33 πηγή)

[…] θα πρέπει να γίνει κατανοητός ως τύπος που ευδοκιμεί ιδιαίτερα σε μια γεωγραφική περιοχή, με κοινό πολιτισμικό υπόβαθρο [...] Η αρίθμηση των παραμυθιών είναι διεθνής. Οι ελληνικοί οικότυποι φέρουν αστερίσκο δεξιά του αριθμού (π.χ. ΑΤ 707*) εφόσον είναι γνωστοί στους Aarne-Thompson. Όταν αντίθετα οι οικότυποι δεν έχουν καταχωρηθεί στον διεθνή κατάλογο, φέρουν τον αστερίσκο αριστερά του αριθμού (π.χ. ΑΤ *411). (σελ.28-29 πηγή)

… τύποι τοπικών αφηγήσεων, που επιχωριάζουν σε μια μικρότερη ή μεγαλύτερη ιστορικο-γεωγραφική ενότητα. (σελ 10, πηγή)

Μοτίβα

[...] παραμυθιακών μοτίβων (motifs), τα ποία ορίζονται ως τα μικρότερα στοιχεία μιας λαϊκής ιστορίας που είναι ικανά να διατηρηθούν από την παράδοση κατά τη μεταφορά τους από στόμα σε στόμα, από τόπο σε τόπο και από γενιά σε γενιά. Η πλειονότητα των μοτίβων αυτών κατατάσσεται σε τρεις κατηγορίες. Η πρώτη αναφέρεται στους ήρωες και τα κύρια ή δευτερεύοντα πρόσωπα της υπόθεσης, όπως ημίθεοι, περίεργα ζώα, ή τέρατα, αλλά και στερεότυποι ανθρώπινοι χαρακτήρες, όπως ο μικρότερος αδελφός ή αδελφή, η κακιά μητριά κ.α. Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει κάποια ιδιαίτερα στοιχεία της πλοκής, όπως εξαιρετικά αντικείμενα, αλλόκοτες συνήθειες ή δοξασίες κ.λ.π. Τέλος, η τρίτη κατηγορία αναφέρεται σε ανεξάρτητα περιστατικά της δράσης. Ενίοτε αυτά έχουν μια αυτόνομη αξία και μπορούν συνεπώς να χρησιμοποιηθούν και ως παραμυθιακοί τύποι.   (σελ.56 πηγή)

Λογότυπο

Έτσι ο αρχικός ορισμός του λογότυπου μιλούσε για “μια ομάδα λέξεων που χρησιμοποιείται τακτικά κάτω από τις ίδιες μετρικές συνθήκες για να εκφράσει μια δεδομένη βασική ιδέα”.  Αργότερα [...] γενικεύτηκε και εφαρμόστηκε σε όλα τα έργα της προφορικής λογοτεχνίας ποιητικά ή πεζά. Τελικά επεκτάθηκε ακόμα περισσότερο από τον David Bynum, ο οποίος αναφέρθηκε στην εξέλιξη των λογότυπων σε αισθητικά συμπλέγματα με μυθοπλαστική αξία. Αυτά εμφανίζονται ακόμα και στην εικονογραφία των προφορικών πολιτισμών και αντιστοιχούν σε εσωτερικές εικόνες του ασυνείδητου. (σελ.58 πηγή)

Μαγικά παραμύθια

[...] ”φανταστική αφήγηση” [...]  Στα μαγικά παραμύθια τα κύρια δρώντα πρόσωπα [...] ανήκουν ταυτόχρονα σε δύο κόσμους, στον πραγματικό και τον υπερφυσικό, χωρίς οι κόσμοι αυτοί να νοούνται διαφορετικοί ή αλληλοαναιρούμενοι [...]  Έτσι, οι ήρωες ξεφεύγουν από τον κόσμο της καθημερινότητας και γίνονται μοναχικοί ταξιδιώτες “ανάμεσα σε δύο κόσμους” καθώς οδεύουν προς την τελική ευθεία. Η πορεία ωστόσο, είναι εξαιρετικά επικίνδυνη και δύσκολη. Αντιμετωπίζουν κακόβουλες δυνάμεις (φθονερούς συγγενείς, δράκους, γίγαντες,μάγισσες), υποβάλλονται σε κάθε είδους δοκιμασίες, υποφέρουν, μερικές φορές θανατώνονται (αλλά πάντοτε επανέρχονται στη ζωή, αφού η αδικία δεν μπορεί να θριαμβεύσει στο παραμύθι). Οι δοκιμασίες όμως δεν τους καταπονούν· αντίθετα, μέσα από την οδύσσειά τους γίνονται πραγματικοί και πολύπλαγκτοι ήρωες, άξιοι να αλλάξουν τη φτωχικοί φορεσιά τους με βασιλικά ρούχα, να παντρευτούν τη βασιλοπούλα και να αποκτήσουν δικό τους βασίλειο, παραμένοντας πάντα νέοι. Συχνά τιμωρούν με σκληρότητα ή και με αγριότητα τους ύπουλους και πονηρούς αντιπάλους τους. (σελ.44-45 πηγή)

[...] μαγικό είναι το παραμύθι με κυρίαρχο το υπερφυσικό στοιχείο. (450 μόνο παραμυθιακοί τύποι από τους 2340 της διεθνούς ταξινόμησης (σελ.37-38 πηγή)

[...] το μαγικό [...] αυτό και μόνο συνδέεται με αρχέγονες τελετουργίες, αυτό και μόνο επιτρέπει συμβολική ερμηνεία. (σελ.38 πηγή)

Όπως αναφέρει ο Levis-Strauss (βλ.Propp1987, 217), σύμφωνα με τον Ρώσο λαογράφο “το μαγικό παραμύθι μπορεί να οριστεί ως μια εξέλιξη, της οποίας η αφετηρία είναι μια δολιοφθορά, και το τέρμα ένας γάμος, μια αντάμειψη, μια λύτρωση ή μια ανακούφιση, ενώ τη μετάβαση την πραγματοποιεί μια σειρά ενδιάμεσες λειτουργίες”. Σχηματοποιώντας ακόμη περισσότερο τα πράγματα, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε ότι σε όλα τα παραμύθια η διήγηση ακολουθεί μια αλυσίδα γεγονότων που οδηγούν τον ήρωα από την δοκιμασία στη νίκη, χωρίς το ενδεχόμενο ο ήρωας να υπαναχωρήσει. (σελ.76 πηγή)

Τα υπόλοιπα είδη [...] πλαισιώνουν τα “κυρίως” παραμύθια σε μια βραδιά αφήγησης, και πάνω απ' όλα να ελαφραίνουν το βαρύ μήνυμα του μαγικού παραμυθιού που συχνά είναι: Πρέπει να ενηλικιωθείς. (σελ.38 πηγή)

Νοβελιστικά παραμύθια (ή νουβέλες)

… στη διεθνή κατάταξη τα μαγικά και τα νοβελιστικά παραμύθια αποτελούν την ενιαία κατηγορία των “κυρίως” παραμυθιών (ordinary folktales) – Τ 300 έως 1199 (σελ.37 πηγή)

Στα νοβελιστικά παραμύθια η διήγηση συνήθως τοποθετείται σε έναν πραγματικό κόσμο, ενώ δρώντα πρόσωπα είναι κοινοί και όχι ξεχωριστοί άνθρωποι. Τα πρόσωπα αυτά αντιμετωπίζουν καθημερινές καταστάσεις, αναζητούν την τύχη τους μέσα στα όρια του ανθρώπινου κόσμου και χωρίς τη βοήθεια μαγικών δυνάμεων, παρόλο που συχνά οι περιπέτειες στις οποίες εμπλέκονται τους οδηγούν σε μακρινούς, άγνωστους γι' αυτούς τόπους. (σελ.46-47 πηγή)

Τα νοβελιστικά έχουν τη ρίζα τους σε γραπτή λογοτεχνία (μεσαιωνική ή παλαιότερη), όπου έχουν προστεθεί και στοιχεία προφορικής παράδοσης (μοτίβα μαγικών παραμυθιών), γι' αυτό και δύσκολα διακρίνονται από τα μαγικά. Μια βασική διαφορά είναι ότι ο ήρωας στο νοβελιστικό παραμύθι (που συνήθως έχει πιο έντονο το ρεαλιστικό στοιχείο) συχνά είναι αυτόνομος και γι' αυτό ζει σ' έναν επίπεδο κόσμο ( η αυτονομία εξομαλύνει το έδαφος), ενώ αντίθετα ο ήρωας στο μαγικό παραμύθι – μη αυτόνομος – έχει γύρω του βουνά και αβύσσους. (σελ.37-38 πηγή)

[...]στις νουβέλες το βάρος πέφτει στη σκιαγράφηση του χαρακτήρα των δρώντων προσώπων και όχι στις καταστάσεις αυτές καθαυτές (Dawkins) [...] Στο μαγικό παραμύθι, αντίθετα, δίνεται βάρος στην πλοκή που δημιουργείται από τις καταστάσεις στις οποίες εμπλέκεται ο ήρωας και όχι στον ίδιο τον ήρωα(σελ.46-47 πηγή)

Ευτράπελες Ιστορίες

[...] Ευτράπελες διηγήσεις [...] σύντομες διηγήσεις, συχνά μονοεπεισοδιακές, με κοινό στοιχείο τον ευτράπελο αλλά και διδακτικό χαρακτήρα τους. (σελ.47 πηγή)

Παραμύθια με ζώα

[...] σύντομες διηγήσεις, κατά κύριο λόγο μονοεπεισοδιακές, με άμεσα διδακτικό χαρακτήρα, στις οποίες δρώντα πρόσωπα είναι ζώα (αλεπού, λύκος, ποντικός, γάιδαρος, γεράκι, χελώνα κλπ.) [...] “μυθοποιό” Αίσωπο. (σελ.48 πηγή)


2.4   Χαρακτηριστικά του Παραμυθιού

“ [...] Το παραμύθι ξεκινάει απ' την ηρεμία ή μάλλον από μια παγιωμένη κατάσταση ανάγκης και καταλήγει πάλι στην ηρεμία, στην πλήρωση της ανάγκης, αφού όμως ενδιάμεσα έχει κυριαρχηθεί από υπεράνθρωπη δράση και κίνηση για να κατανικηθούν τα εμπόδια.” (σελ.270 πηγή)

[...] η παραπλάνηση των ηρώων του [...] προκειμένου ν' ακολουθήσει τη μυητική του πορεία [...] Τα κοσμικά στοιχεία του είναι πάντα ευνοϊκά, η σιγουριά για τον δρόμο του απόλυτη: το παραμύθι αποτελεί την ποιητική έκφραση της εμπιστοσύνης που έχει ο ήρωάς του σ' έναν κόσμο ο οποίος δεν έχει χάσει το νόημά του για τον άνθρωπο. (σελ.20 πηγή)

[...] Όλα τα παραμύθια αρχίζουν με κάποια “αρχική κατάσταση” στην οποία παρουσιάζονται τα κύρια πρόσωπα της διήγησης (με τη μνεία των ονομάτων τους δηλώνεται ταυτόχρονα και η κατάσταση στην οποία βρίσκονται). Ο Propp θεωρεί την αρχική κατάσταση σημαντικό μορφολογικό στοιχείο, έστω και αν δεν αποτελεί λειτουργία. Ύστερα από την αρχική κατάσταση ακολουθούν οι λειτουργίες. (σελ.77-79 πηγή)

Λειτουργίες του Propp

Ως λειτουργία εννοείται η ενέργεια ενός δρώντος προσώπου που ορίζεται από την άποψη της σημασίας της για την πορεία της δράσης” [...] Η ακολουθία των λειτουργιών είναι καθορισμένη· αυτό δεν σημαίνει ότι και οι 31 λειτουργίες βρίσκονται σε κάθε παραμύθι, αλλά ότι όσες ενυπάρχουν ακολουθούν μια προκαθορισμένη σειρά. (σελ.77-79 πηγή)

[...] Οι λειτουργίες είναι διατεταγμένες κατά ζεύγη (απαγόρευση – παράβαση, διερεύνηση – εκχώρηση, πάλη – νίκη, καταδίωξη – διάσωση κτλ.) Άλλες λειτουργίες μπορεί να είναι διατεταγμένες κατά ομάδες: η δολιοφθορά, η αποστολή, η απόφαση για αντενέργεια, και η αναχώρηση αποτελούν την αρχή, το στήσιμο της πλοκής. Η δοκιμασία του ήρωα από τον δωρητή, η αντίδραση και η ανταμοιβή του αποτελούν άλλη ομάδα. (σελ.77-79 πηγή)

Οι 31 λειτουργίες όπως τις έχει αποδώσει στα ελληνικά η Α.Παρίση (Propp1987,31-72), είναι οι ακόλουθες:
1.         Ένα από τα μέλη της οικογένειας απουσιάζει από το σπίτι.
2.         Στον ήρωα προβάλλεται μια απαγόρευση.
3.         Η απαγόρευση παραβαίνεται.
4.         Ο ανταγωνιστής επιχειρεί να κάνει ανίχνευση.
5.         Στον ανταγωνιστή δίνονται πληροφορίες για το θύμα του.
6.         Ο ανταγωνιστής επιχειρεί να ξεγελάσει το θύμα του, για να γίνει κύριος αυτού ή των υπαρχόντων του.
7.         Το θύμα ενδίδει στην απάτη και έτσι παρά τη θέλησή του βοηθάει τον εχθρό.
8.         Ο ανταγωνιστής προξενεί σε ένα από τα μέλη της οικογένειας φθορά ή ζημιά.
9.         Η δυστυχία ή η έλλειψη γνωστοποιείται, απευθύνουν στον ήρωα παράκληση ή εντολή, τον αποστέλλουν ή τον αφήνουν να φύγει.
10.       Ο ήρωας – αναζητητής συμφωνεί ή αποφασίζει για την αντενέργεια.
11.       Ο ήρωας εγκαταλείπει το σπίτι του.
12.       Ο ήρωας δοκιμάζεται, ρωτιέται, δέχεται επίθεση κλπ., πράγματα που προετοιμάζουν τη λήψη εκ μέρους του ενός μαγικού μέσου ή βοηθού.
13.       Ο ήρωας αντιδρά στις πράξεις του μελλοντικού δωρητή.
14.       Στη διάθεση του ήρωα τίθεται το μαγικό μέσο.
15.       Ο ήρωας μεταφέρεται, παραδίδεται ή οδηγείται στον τόπο όπου βρίσκεται το αντικείμενο της αναζήτησης.
16.       Ο ήρωας και ο ανταγωνιστής του συναντιούνται σε άμεση πάλη.
17.       Τον ήρωα τον σημαδεύουν.
18.       Ο ανταγωνιστής νικιέται.
19.       Η αρχική δυστυχία ή έλλειψη εξαλείφεται.
20.       Ο ήρωας επιστρέφει.
21.       Ο ήρωας υφίσταται καταδίωξη.
22.       Ο ήρωας σώζεται από την καταδίωξη.
23.       Ο ήρωας, αγνώριστος, φτάνει στο σπίτι του ή σε άλλη χώρα.
24.       Ο ψεύτικος ήρωας προβάλλει αβάσιμες απαιτήσεις.
25.       Στον ήρωα τίθεται ένα δύσκολο πρόβλημα.
26.       Το πρόβλημα λύνεται.
27.       Τον ήρωα τον αναγνωρίζουν.
28.       Ο ψεύτικος ήρωας ή ο ανταγωνιστής, ο κακοποιός, ξεσκεπάζεται.
29.       Στον ήρωα δίνεται μια νέα όψη.
30.       Ο εχθρός τιμωρείται.
31.       Ο ήρωας παντρεύεται και ανεβαίνει στον θρόνο. (σελ.77-79 πηγή)

Οι νόμοι του Όλρικ

Ο Δανός λαογράφος Άλεξ Όλρικ διατύπωσε τους δώδεκα επικούς νόμους της λαϊκής αφηγηματικής τέχνης, τους οποίους παραθέτω συνοπτικά:
  1.     Ο νόμος της έναρξης:  Η αφήγηση [...] κινείται από την ηρεμία στην κίνηση [...]
  2.      Ο νόμος της κατάληξης:  [...] η αφήγηση επιστρέφει στην ηρεμία.
  3.      Ο νόμος της επανάληψης:  Η έμφαση δίνεται με την επανάληψη [...]
  4.     Ο νόμος των τριών:  [...]
  5.      Ο νόμος της δυαδικότητας ή των δύο προσώπων σε μια σκηνή:  Υπάρχουν σπάνια πάνω από δύο πρόσωπα σε μια σκηνή. Σε κάθε περίπτωση, μόνο δύο έχουν ενεργό λόγο.
  6.      Ο νόμος της αντίθεσης:  Η δυαδική παρουσία του προηγούμενου νόμου είναι αντιθετική. [...] ωραίος και άσχημος, φτωχός και πλούσιος [...] καλύβι και παλάτι [...]
  7.      Ο νόμος των διδύμων:
     [...] με την έννοια των προσώπων που έχουν τον ίδιο ρόλο [...]
  8.      Ο νόμος της κορύφωσης:  [...] η έμφαση δίνεται στον τρίτο και μικρότερο αδελφό ή στην τελευταία δοκιμασία [...]
  9.      Ο νόμος της επικέντρωσης σε έναν κύριο ήρωα:  Η αφήγηση επικεντρώνεται πάντα σε έναν κύριο ήρωα – τον πρωταγωνιστή.
  10.   Ο νόμος της μονοεπεισοδιακής ακολουθίας της δράσης:  [...] μια σειρά μεμονωμένων επεισοδίων. Το ένα ακολουθεί το άλλο χωρίς “φλας μπακ”.
  11. Ο νόμος της σχηματοποίησης:  Η αφήγηση γίνεται με [...] με χοντρές πινελιές και βασικά χρώματα, χωρίς τίποτα περιττό και επουσιώδες [...]
  12. Ο νόμος της ενότητας της πλοκής:  Οποιαδήποτε λεπτομέρεια αναφέρεται στο παραμύθι υπηρετεί την πλοκή [...] (σελ.117-118 πηγή)

Απέριττος ο Λόγος

Το παραμύθι δεν περιγράφει, δεν κάνει θεωρητικές αποτιμήσεις, αλλά προτείνει πράξεις. Δεν θα πει πχ το αφηρημένο “ο νεαρός είχε φιλάνθρωπα αισθήματα” προτιμά να διηγηθεί πως ο νέος μοιράζεται το ψωμί του με το γέρο. (σελ.37 πηγή)

[...] δεν έχουμε καμιά ρεαλιστική περιγραφή, δεν ξέρουμε ποτέ πως ακριβώς είναι το φοβερό θηρίο, το φανταζόμαστε [...] τα πρόσωπα έχουν πάντοτε τυποποιημένα χαρακτηριστικά, χωρίς ψυχολογικό βάθος: οι ήρωες του παραμυθιού είναι δισδιάστατοι, ολομόναχοι ή ορφανοί [...] η περιπλάνηση τους μπορεί να περιλαμβάνει διάφορες συναντήσεις με αντικατοπτρισμούς του εαυτού τους, με βοηθητικά πρόσωπα που τους δίνουν τη δυνατότητα να ολοκληρώσουν τη μυητική τους πορεία. (σελ.19 πηγή)

Η βασιλοπούλα είναι πεντάμορφη χωρίς άλλες λεπτομέρειες και περιγραφές. Παρ' όλα αυτά, υπάρχουν άπειροι τρόποι να ζωγραφίσει κανείς αυτήν την εξαιρετική ομορφιά, χωρίς κιόλας να την περιγράψει λεπτομερώς: ήταν “όμορφη σαν τα κρύα τα νερά”, ήταν “η Πεντάμορφη του κόσμου”, “άσπρη σα χιόνι, κόκκινη σαν αίμα”, που “δεν είχεν άλλην τέθοια ο κόσμος”, “λάμψε ήλιε να λάμψω” κι άλλα πολλά. (σελ.39 πηγή)

Επανάληψη

Μέσα σε κάθε λαϊκή ιστορία υπάρχει επανάληψη ολόκληρων μοτίβων, επανάληψη τυποποιημένων φράσεων και επανάληψη τυποποιημένων λέξεων (Μερακλής, 1993). Το παραδοσιακό κοινό της προφορικής αφήγησης κατανοούσε και εκτιμούσε τόσο πολύ την αισθητική αξία της επανάληψης ώστε συχνά στις “αποσπερίδες” των ελληνικών χωριών επαναλαμβανόταν ένα ολόκληρο λαϊκό παραμύθι δεύτερη φορά.“Πολλάκις επαναλαμβάνεται δις ολόκληρον το παραμύθι απαράλλακτον”(Οικονομίδης,1978: 76)· και αυτό βέβαια δεν είναι δείγμα αφέλειας, αλλά δείγμα αισθητικής καλλιέργειας του κοινού, το οποίο μπορούσε να απολαύσει τις λεπτές αποχρώσεις που αποκτούσε κάθε λαϊκή ιστορία με την επανάληψη. (σελ.57-58 πηγή)

… αποτελεί τεράστιο εκδοτικό λάθος να παραλείπονται ή να διανθίζονται τα επαναληπτικά επεισόδια στις δημοσιεύσεις των παραμυθιών: κι αν ακόμη ο σύγχρονος αναγνώστης κινδυνεύει να βαρεθεί διαβάζοντας τα ίδια και τα ίδια, με τις περικοπές χάνει τα κύρια υφολογικά χαρακτηριστικά του είδους.(σελ.19-20 πηγή)

Δρώντα Πρόσωπα

Ο Propp [...] Περιγράφει δύο ειδών ήρωες. Ο πρώτος είναι αυτός που υποφέρει από τις πράξεις του κακοποιού – πρόκειται για τον ήρωα-θύμα. Στην περίπτωση αυτή το επίκεντρο της διήγησης είναι τα παθήματα που υφίσταται. Ο δεύτερος είναι ο ήρωας-αναζητητής, αυτός που βοηθά όσους έχουν υποστεί κάποια δοκιμασία ή δολιοφθορά. Το επίκεντρο της διήγησης εδώ βρίσκεται στους χαρακτήρες των προσώπων που δέχονται την βοήθειά του. Τα δύο είδη ηρώων δεν απαντούν μαζί σε κανένα από τα παραμύθια που ανέλυσε. (σελ.80 πηγή)

Τα δρώντα πρόσωπα των παραμυθιών είναι πρόσωπα μοναχικά, στην ουσία αποκομμένα από τις ρίζες τους και χωρίς κοινωνικό περίγυρο [...] Οι ήρωες είναι έτοιμοι να αντιμετωπίσουν κάθε νέα κατάσταση και να δημιουργήσουν οποιαδήποτε νέα σχέση. Στα παραμύθια σημασία έχουν οι πράξεις και οι ενέργειες των δρώντων προσώπων και όχι τα συναισθήματά τους. (σελ.116 πηγή)

Τα πρωταγωνιστικά πρόσωπα είναι συνήθως νέοι ή νέες. (σελ.113 πηγή)

Όταν ο ήρωας φεύγει “για να πάει να βρει την τύχη του” δεν είναι ο ρίψασπις που εγκαταλείπει τη μάχη, αλλά ο αγωνιστής που αναζητά άλλες συνθήκες (άλλο κοινωνικό – πολιτιστικό πλαίσιο,context, θα μπορούσαμε να πούμε [...] (σελ.272 πηγή)

[...] οι ήρωες δεν γερνούν με τη πάροδο του χρόνου. Πέρα από τα σύνορα του χώρου και του χρόνου όλα είναι πιθανά. (σελ.118 πηγή)

Ταπεινή καταγωγή

Στους φτωχούς επιφυλάσσεται στο τέλος γενναία υλική ανταμοιβή (χρυσές λίρες, πλούσια τραπέζια), ή ηθική δικαίωση. (σελ.114 πηγή)

Πυρηνική οικογένεια

Στα παραμύθια εμφανίζεται μόνο η πυρηνική οικογένεια: ο πατέρας, η μητέρα και τα παιδιά. Αναφορά σε θείους, ξαδέλφια, ανίψια κλπ. δεν γίνεται. Η οικογένεια όμως συχνά παρουσιάζεται να έχει προβλήματα και εντάσεις, που αποτελούν και την αφορμή για τη δράση του πρωταγωνιστή, το κινητήριο θέμα του παραμυθιού. Δεν θα βρισκόμαστε μακριά από την αλήθεια, αν υποστηρίζαμε ότι το παραμύθι εστιάζει το ενδιαφέρον του στη ρήξη σχέσεων [...]Γενικά, αφετηρία για τη δράση είναι η ανάγκη του πρωταγωνιστή είτε να επιφέρει ισορροπία σε μια διαταραγμένη κατάσταση είτε να καταφύγει σε άλλον τόπο για να βρει εκεί την ισορροπία ή ό,τι άλλο επιθυμεί [...] (σελ.115 πηγή)

Ο χρόνος του μύθου

Όλες οι αρχικές φράσεις μεταφέρουν την ιστορία σε μια χρονική εποχή και σε μια κατάσταση όπου τα γεγονότα δεν ελέγχονται πια στο από το φυσιολογικό και έτσι τα συνηθισμένα πρότυπα εξαφανίζονται ή χάνουν την αξία τους. (Σελ.113 πηγή )

[...] η υπόθεση εκτυλίσσεται σε έναν απροσδιόριστο παρελθοντικό χρόνο, “μια φορά κι έναν καιρό” [...] Συχνά κατά την διάρκεια της αφήγησης, ή ακόμη και στο τέλος της, ο αφηγητής χρησιμοποιεί τυπικές φράσεις που αποβλέπουν στο να κρατήσουν τον ακροατή στον μη πραγματικό χρόνο, ή μάλλον να επισημάνουν ότι οι δύο χρόνοι ταυτίζονται (Πέρασα και' γω από κει κι είχα παπούτσια από χαρτί”). Συνηθέστερα όμως, και πάλι με τη βοήθεια τυπικών φράσεων, κλείνεται η πόρτα του μαγικού χρόνου και συντελείται η επιστροφή στον πραγματικό. “Μήδ' εγώ ήμουν εκεί, μήδε σεις να το πιστέψετε” [...]  Οι αφηγήσεις είναι άχρονες και, ιδίως στα μαγικά παραμύθια ο χρόνος συχνά ακινητοποιείται. Π.χ. Οι ήρωες ξυπνούν ύστερα από πολλά χρόνια ύπνου, αλλά ο ύπνος τους είναι σαν να μην είχε διάρκεια και οι ίδιοι βρίσκονται στην κατάσταση που ήταν πριν αποκοιμηθούν· ύστερα από χρόνια ταλαιπωρίας ο ήρωας επιστρέφει νέος και ακμαίος (και όχι γερασμένος, όπως ο Οδυσσέας) [...]Στην ουσία η έννοια του χρόνου εξαλείφεται. (σελ.109-110 πηγή)

Ο χώρος του μύθου

Ο χώρος όπου διαδραματίζονται τα δρώμενα του παραμυθιού είναι και αυτός μακρινός, απροσδιόριστος και μυθώδης [...] ”στις ίλινες, τις μπίλινες, τις αλαμαλακούσιες, τα μαρμαρένια τα βουνά, τους κρουσταλλένιους κάμπους” [...] Ο ήρωας μπορεί να φεύγει από τον τόπο του και να πηγαίνει σε μια άλλη πολιτεία, σε έναν ξένο τόπο, αλλά το παραμύθι αρκείται σε αυτήν την αόριστη αναφορά, χωρίς να περιγράφει ούτε την πατρίδα του ήρωα ούτε τον ξένο τόπο, και χωρίς κανενός είδους ρεαλιστική αναφορά στην απόσταση που χωρίζει τα δύο μέρη [...] δεν παρέχεται καμιά περιγραφή [...]“στο μαγικό παραμύθι ο χώρος παρουσιάζεται με διπλό ρόλο: από το ένα μέρος υπάρχει στην αφήγηση, είναι ένα στοιχείο απόλυτα αναπόσπαστο από την σύνθεση· από το άλλο μέρος είναι σαν να μην υπάρχει”. Ακόμη και μετά την εκκοσμίκευση των παραμυθιών, οι αφηγητές εστιάζουν κατά κύριο λόγο την προσοχή τους στην πλοκή του παραμυθιού και στα δρώμενα, και όχι στην περιγραφή του τόπου ή του χώρου όπου αυτά συντελέστηκαν. Η συχνή αναφορά σε “παλάτια” και “πύργους” αποτελεί αόριστη αναφορά χωρίς περαιτέρω περιγραφή· π.χ. στην “Άτυχη βασιλοπούλα”, “ο βασιλιάς εβουλήθη να κάμει των κορών του τρία παλάτια [...] ” (σελ.110-111 πηγή)

Υπερρεαλιστικές καταστάσεις

Ο υπερρεαλιστικός χαρακτήρας διαφόρων καταστάσεων στις οποίες εμπλέκεται ο πρωταγωνιστής μεταθέτει τη διήγηση στη σφαίρα της φαντασίας. Π.χ. οι ήρωες ζουν στον βυθό της θάλασσας ή πηγαίνουν στον κάτω κόσμο, όπου βρίσκουν κάποιο παλάτι, ή σηκώνουν μάρμαρα, κατεβαίνουν τριακόσια σκαλιά και ανακαλύπτουν σαράντα κάμαρες σε καθεμιά από τις οποίες αντικρίζουν μια νεράιδα, ή γίνονται αερικό, ή φορούν μαγικούς σκούφους και γίνονται αόρατοι. Κοπέλες ξεπηδούν μέσα από κούτσουρα, παλληκάρια είναι μαρμαρωμένα από τη μέση και κάτω, ανεμοστρόβιλοι σηκώνουν ανθρώπους, βουνά ή δέντρα ανοίγουν και κλείνουν, θάλασσες γίνονται στεριές, χαλινάρια μεταμορφώνονται σε φτερωτά άλογα. Είναι όμως σημαντικό να επισημάνουμε ότι αυτές οι υπερρεαλιστικές καταστάσεις παρουσιάζονται ως αναμενόμενες· τα μαγικά δρώμενα δεν χρειάζεται να αιτιολογηθούν. (σελ.115 πηγή)

Φανταστικά όντα

Όσο για τα φανταστικά όντα, είναι αμέτρητα: έχουμε προσωποποιήσεις των ανέμων (ο γερό – Σορόκος), της θάλασσας και των θυγατέρων της (η κυρά θάλασσα και η αφροθαλασσοπούλια), του Ήλιου, της Σελήνης και άλλων ουρανίων σωμάτων, μαζί με τα παιδιά και τους γονείς τους· συναντάμε τέρατα θαλασσινά, όπως ο Σιδερόλυκας και η Γοργόνα, που βρίσκεται στο αγύριστο πέλαγος και μαρμαρώνει τη θάλασσα. Έχουμε ακόμα τις Μοίρες που μοιραίνουν τα παιδιά την τρίτη μέρα από τη γέννησή τους.  Στο χωριό, κοντά στις βρύσες και στα πηγάδια, έχει νεράιδες και δράκους. Εκεί συχνάζει και η Λάμια, πεντάμορφο ξωτικό που θανατώνει παλικάρια· πολλές φορές μπορεί να μικρύνει εξαιρετικά, αφού την συναντούμε πάνω σ' ένα δέντρο, να κουνιέται μέσα σ' ένα καρυδόφυλλο. Υπάρχουν ακόμη η Στρίγγλα, “η αλογοφάισσα”, [...] ο Όφις, ο Δράκος, η Δράκισσα κι ο Σπανός· ύστερα είναι ο Αράπης, ο Εβραίος, και ο Διάβολος, που εναλλάσσονται εκπροσωπώντας τις διάφορες δυνάμεις του κακού. Δεν υπάρχουν πολλοί νάνοι, όπως στο γερμανικό παραμύθι, αλλά καλικάντζαροι. Στον άλλο κόσμο συναντούμε τους Σκυλοκέφαλους, που από τους Βυζαντινούς χρόνους κατοικούν πέρα από την άκρη του κόσμου. Εκεί βρίσκουμε και τις δράκισσες που φουρνίζουν το ψωμί με τα βυζιά τους [...] Συναντούμε ακόμη σκύλους, άλογα και ζώα μαγεμένα, τους δώδεκα μήνες και τόσα άλλα φανταστικά πλάσματα [...] (σελ.26-27 πηγή)

Η αναπηρία και η μειονεξία στο λαϊκό παραμύθι

[…] στο λαϊκό παραμύθι ο ήρωας ή η ηρωίδα είναι ως επί το πλείστον άτομα παραγνωρισμένα και περιθωριοποιημένα, συχνά με σωματικές αναπηρίες, ψυχικά ή σωματικά τραύματα, προβλήματα συμπεριφοράς και αποδοχής από το κοινωνικό σύνολο. Ειδικά σε αυτό που ονομάζεται στη λαογραφία και εθνολογία “μαγικό παραμύθι” (marchen,fairy-tale) ο ήρωας είναι κατά κανόνα ταπεινός και αδικημένος από τη φύση και από τους ανθρώπους, συχνά ακόμα και από την ίδια του την οικογένεια. Όμως τα μαγικά παραμύθια έχουν σκοπό την “παραμυθία”, είναι το κατεξοχήν παρηγορητικό λογοτεχνικό είδος. (σελ.272 πηγή)

Στα λαϊκά παραμύθια όλων των πολιτισμών ο ήρωας ή η ηρωίδα είναι το μικρότερο και πιο περιφρονημένο παιδί της οικογένειας, ενώ πολύ συχνά βαρύνεται και με κάποια αναπηρία ή δυσμορφία. Τέτοιοι ήρωες (οι οποίοι βέβαια πάντα θριαμβεύουν στο τέλος) μπορούν να συγκινήσουν τα άτομα με αναπηρία μέσω της ταύτισης [...] (σελ.272 πηγή)

Τα παραμύθια καλλιεργούν την ελπίδα και την αισιοδοξία για σύντομο και αίσιο τέλος του αγώνα τους, μιλούν για τη “μεταμόρφωση” που μπορεί να φέρει η ψυχική και πνευματική ολοκλήρωση, για την τύχη του τολμηρού και πάνω από όλα διαβεβαιώνουν πως κανείς δεν είναι μόνος του και πάντα υπάρχει βοήθεια και ενίσχυση γι' αυτόν που αγωνίζεται. Κάθε πράξη καλοσύνης ανταμείβεται πολλαπλάσια. Στα παραμύθια, όπως και στη ζωή δεν είναι μόνο το λιοντάρι δυνατό, αλλά ακόμα και το μυρμήγκι μπορεί να γλιτώσει τον ήρωα ή την ηρωίδα πραγματοποιώντας για χατίρι του το κατόρθωμα που στην αρχή φαίνεται ακατόρθωτο. Ένα κατόρθωμα είναι και η υπέρβαση της αναπηρίας, που στην αρχή φαίνεται αδύνατο να πραγματοποιηθεί, ένα κατόρθωμα είναι και για τον καθένα μας η πραγματοποίηση της προσωπικής, οικογενειακής και κοινοτικής ευτυχίας που φέρνει η ψυχική ολοκλήρωση, η αγάπη και η αλληλοβοήθεια. (σελ.272-273 πηγή)

Αρχέτυπο

“αρχέτυπο” αποδίδεται σε μια ορισμένη θεμελιώδη εικόνα, η οποία παρουσιάζεται τόσο στις παραδόσεις όλων των λαών όσο και στα ατομικά όνειρα, τις φαντασιώσεις ή ακόμα και τις παραισθήσεις των ανθρώπων, και “είναι μια ασυνείδητη προϋπάρχουσα μορφή που αποτελεί μέρος της κληρονομημένης δομής της ψυχής”. (σελ.270 πηγή)

Το αρχέτυπο του Τυφλού Αφηγητή

Ο (μυθικός) Όμηρος υπήρξε και τυφλός και αγράμματος, όμως μπροστά του προσκυνούν όλοι οι ποιητές, οι λογοτέχνες και οι αφηγητές. Με το σύμβολο του τυφλού λογοτέχνη η προφορική παράδοση επιβεβαιώνει την ικανότητα του ανθρώπινου νου και ψυχισμού να μετατρέπει το μειονέκτημα σε πλεονέκτημα. Ο εσωτερικός οφθαλμός του τυφλού λογοτέχνη απέκτησε την ικανότητα να ξεχωρίζει τις εσωτερικές εικόνες, με μια διαύγεια και ένταση που δεν θα είχε ο σωματικός οφθαλμός απέναντι στις φυσικές εικόνες. Παράλληλα η απουσία των εικόνων, των σχημάτων και των χρωμάτων όξυνε την ικανότητα συγκέντρωσης στον ήχο, στο ρυθμό και τη μελωδία των λέξεων. (σελ.270 πηγή)

“Ο τυφλός που βλέπει με το νου” αποτελεί ένα σύμβολο ψυχικής ολοκλήρωσης, σύμφωνα με τη γιουγκιανή ψυχολογία [...] Παραδόξως η τύφλωση προσφέρει τη διαύγεια [...] ανάπηρο καλλιτέχνη που ενσαρκώνει αυτή την αρμονία των αντίθετων, τον Μπετόβεν [...] τη διατήρηση της μουσικής νοημοσύνης του ακόμα και όταν η ικανότητα αντίληψης των ήχων εξαφανίζεται [...]

Δεν ακούει το αυτί. Δεν βλέπει το μάτι.
Ακούει ο νους και βλέπει ο νους”. (σελ.271 πηγή)

Η λειτουργία των αντιθέσεων

[…] Ένα χαρακτηριστικό του παραμυθιού που του προσδίδει ιδιαίτερη φυσιογνωμία είναι οι κάθε είδους αντιθέσεις· χωρίς τις ποικίλες αντιθέσεις παραμύθι δεν υφίσταται. Δρώντα πρόσωπα, αντικείμενα, καταστάσεις, χώροι δράσης, αισθήματα συνεχώς αντιπαρατίθενται: πλούσιοι σε φτωχούς, όμορφοι σε άσχημους, καλοί σε κακούς, η μέγιστη επιβράβευση στην έσχατη τιμωρία, η εύνοια στην αδιαφορία, η αγάπη στο μίσος, η επιτυχία στην αποτυχία, ο μέγιστος κίνδυνος στη θαυμαστή απόδραση, το αληθινό στο ψεύτικο, η πολυτεκνία στην ατεκνία, ο πάνω κόσμος στον κάτω, η ζωή στον θάνατο, το ανθρώπινο περιβάλλον στο εξωανθρώπινο, οι κοινωνικοί κανόνες στους φυσικούς, το είναι στο φαίνεσθαι… Ο Lyons [...] ισχυρίζεται ότι μια λέξη ανακαλεί αυτόματα στη συνείδηση του ακροατή ή του αναγνώστη την αντίθετή της. (σελ.123 πηγή)

το παραμύθι δεν αναφέρεται απλώς σε φτωχούς και πλούσιους [...] Όπως γράφει ο Κυριακίδης (1965,265): “Οι πλούσιοι έχουν τόσα, όσα δεν ξέρουν πού να τα βάλουν, φορτώματα, καμήλες χρειάζονται, για να τα κουβαλήσουν, και οι φτωχοί είναι τόσο φτωχοί, που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα.  Με τους κοινούς ανθρώπους σπανίως ασχολείται το παραμύθι. [...] Ούτως εις στα παραμύθια όλα φθάνουν εις το άκρον”. (σελ.124 πηγή)

Η ομορφιά όμως, κατά τον Luthi, συνοδεύεται από καλοσύνη· ορθότερα, η ομορφιά αποτελεί το εξωτερικό περίβλημα της καλοσύνης και του ηθικά σωστού [...] το αντίθετο της ομορφιάς, η ασχήμια, έχει και αυτή θέση στο παραμύθι, αν και υποδεέστερη. Η ασχήμια, όμως, είναι αυτή που προβάλλει την ομορφιά ακόμη εντονότερη [...] Στα παραμύθια, όπως οι όμορφοι είναι πάντοτε καλοί, έτσι και οι άσχημοι είναι πάντοτε κακοί. (σελ.139 πηγή)

[...] τα αντιθετικά σχήματα που χρησιμοποιεί. Το να δείχνει πιο ανάγλυφα τα όσα διαπραγματεύεται, μέσα από το απόλυτο και το ακραίο. Το υπέρτατο καλό με το απόλυτο καλό.  Η φτώχεια με το πλούτο, η ομορφιά με την ασχήμια κ.ο.κ. Έτσι μια λάμια, ως επί το πλείστον προσωποποίηση του κακού, μπορεί τη μια φορά να είναι τόσο αφελής ώστε εύκολα να την κοροϊδεύει ως και ένα μικρό κοριτσάκι, άλλοτε όμως να γίνεται τόσο τρομακτική που να κόβει την ανάσα.  Αν δούμε τώρα τη γλώσσα του παραμυθιού, πιο εσωτερικά, θα διαπιστώσουμε ότι είναι ποιητική. Ποιητική με την έννοια ότι εκφράζεται με τρόπο διαφορετικό από τον καθημερινό, χρησιμοποιώντας συχνά τη μεταφορά, την παρομοίωση το συμβολισμό [...] Και, λίγο αυθαίρετα ή “ποιητική αδεία”, θα πρόσθετα ότι η ποιητική γλώσσα του παραμυθιού, παραμυθιάζει, δηλαδή παρηγορεί, προσφέρει ίαση στα κουρασμένα μας αυτιά. (σελ.40 πηγή)

[...] το παραμύθι “εικονογραφεί το καλό που κρύβεται μέσα στο κακό” [...] (σελ.139 πηγή)

“Οι έσχατοι έσονται πρώτοι” και “Ο θρίαμβος του καλού έναντι του κακού”. (σελ.125 πηγή)


2.5   Λογοτυπικές Ενάρξεις και Κατακλείδες Παραμυθιών

Πέσανε διαμάντια,
πέσανε μπριλάντια,
πέσανε φλουριά!
Πέφτει κι ένα καρύδι,
το σπάζω! Τι να δω;
Τούτο το παραμύθι που τώρα θα σας πω”(Αγνή Στρουμπούλη, Ελλήνων Δρώμενα, "Μια φορά κι ένα καιρό", ΕΤ3, 2013)

[…] αυτός ο τρόπος με τον οποίο αρχίζουν τα παραμύθια, υποδεικνύει ότι όσα ακολουθούν δεν αφορούν το εδώ και το τώρα που ξέρουμε. Η ηθελημένη ασάφεια στην αρχή του παραμυθιού συμβολίζει ότι αφήνουμε το συγκεκριμένο κόσμο της συνηθισμένης πραγματικότητας. (σελ.90 πηγή)

Εναρκτήρια τελετουργία

Συχνά οι νεώτεροι αφηγητές, αυτοί όπου συνδέονται με την αναβίωση της τέχνης της ιστόρησης, ως τελετουργικό της έναρξης μιας αφήγησης χρησιμοποιούν τη φλόγα ενός κεριού, που την ανάβει ο ίδιος ο αφηγητής. Είναι ό,τι απέμεινε από τη φωτιά που τριζοβολούσε στο “χειμωνιάτικο” της οικίας, σε χρόνους που η οικογένεια μαζευόταν για να ακούσει παραμύθια κάποιας χαρισματικής “Κυρά Μαρίτσας”. Κι αν πάμε πιο πίσω, το κερί αυτό είναι ό,τι απέμεινε από τη πυρά της φυλής την ώρα που ο μάγος καλούσε τα πνεύματα που θα σαρκώνονταν σ' αυτόν για να μιλήσουν για το παράδοξο του κόσμου.  Δεν ξέρω πόσο ένα κερί μπορεί να βοηθήσει. Σίγουρα δημιουργεί ένα κλίμα που υπηρετεί την μυσταγωγία. Η συνάντηση όμως με τον μύθο, είναι προσωπική για τον καθένα διαδρομή. Πρώτιστο μέλημα του αφηγητή είναι να κοινωνήσει στο ακροατήριό του τον εσωτερικό του παλμό. Αυτόν που προκύπτει από την ειλικρινή του συγκίνηση. Συγκίνηση που μοιραία του προκαλεί η συνεύρεσή του με τα πρόσωπα του μύθου. (σελ.49 πηγή)

Λογοτυπικές Ενάρξεις

§ “Μια φορά κι έναν καιρό”

§ “Σε μια μακρινή χώρα”,

§ “Πριν από πολλά, πολλά χρόνια”

§ “Την εποχή που τα ζώα μιλούσαν ακόμα”

§ “Μια φορά κι ένα καιρό, σ' ένα παλιό κάστρο μέσα σ' ένα μεγάλο και πυκνό δάσος”

§ “Κόκκινη κλωστή βαμμένη/κλωσμένη,
στην ανέμη τυλιγμένη,
δώστ' της κλότσο/μπάτσο να γυρίσει,
παραμύθι ν' αρχινήσει
και την καλή μας συντροφιά
να την καλησπερίσει.
Αρχή του παραμυθιού.
Καλησπέρα της αφεντιά σας”

§ Τερερέν Πετετέν…
Κατσίκα γέννησεν τΆαυγά και όρνιθα τα ρίφια,
στον πετεινόν εφόρτωσαν σαράντα κολοκύθια,
σουτσάΆβγαλεν τραντάφυλλα, τριανταφυλλιά τα λύθια,
αςΆφήκουμε τα ψέματα να πιάσουμεν ταΆαλήθεια. (σελ156 πηγή)

§ Μιαν φοράν κι έναν καιρόν
Που αρμάζν τον κολιόν,
Εβάλαν μιαν ταμπουτσάν κουτσά,
Εφαέν τα μιαν μπουτσάν. (σελ157 πηγή)

§ Να πιάσω εγώ τον κούνουπα, να τον ιξικοιλιάσω,
Να βγάλΆαξούγκιν περισσό, βάρκαν να παλαμίσω.
Και βάρκαν επαλάμισα κι ακόμα δυο φρεάδες,
Κι αξούγκιν επερίσσεψε σαρανταπέντε ΅κάδες (σελ157 πηγή)

§ “Να σας πω' να παραμύθι,
το κουκί και το ρεβίθι.
Παραμύθι μύθαρος,
κούκος και ρεβίθαρος.
Μια φορά κι ένα ζαμάνι
είχαν Τούρκοι Ραμαζάνι,
και μαλώναν οι Έβραίοι
για' να ψάρι, για' να χέλι,
για' να κούτρουλο κοπέλι.
Μια φορά κι ένα καιρό
μπήκ' η γάτα στο χορό
και δε χόρεψε καλά
και της κόψαν την ουρά.” (σελ.158-160 πηγή)

§ “Μια φορά κι ένα ζαμάνι
κάναν Τούρκοι Ραμαζάνι
σ' ένα τρύπινο καζάνι·
τα ζουμιά μεινέσκανε,
τα κομμάτια πέφτανε.” (σελ.158-160 πηγή)

§ Παραμύθι μύθι,
το κουκί και το ρεβίθι.
Εμαλώναν οι Εβραίοι
για' να ψάρι, για' να χέλι,
για' να κόκκινο τσεμπέρι.
“Δώσ μου κόρη το σπαθί σου,
για να κόψω την ακρίδα,
τη χρυσή μου πουμπερίδα”.
Στο γιαλό την πέταξα,
τίποτα δεν έκανα.
Από κάτω απ' το κοτρόνι
Τούρκος και Ρωμιός μαλώνει·
το Ρωμιό τον λένε Γιάννη
και τον Τούρκο Σουλεϊμάνη.” (σελ.158-160 πηγή)

§ “Να σε πω' να παραμύθι
παραμύθι μύθαρος
κι η κοιλιά του πίθαρος” (σελ.158-160 πηγή)

§ Μύθι μύθι μυθικό,
του παπά τ' αρχοντικό.
Να σε πω' να παραμύθι
το κουκί και το ροβίθι
και του Φράγκου το κορίτσι.
Ανεβαίνει στη συκιά
και πατεί στην καρυδιά
και φωνάζει “Χούι, χούι!”
και κανείς δεν το ακούει.
Ως να τ' ακούσ' η μάνα του
κι η σκύλα αδελφή του,
επρόφθασε ο άγγελος
και πήρε την ψυχή του” (σελ.158-160 πηγή)

§ Ένα καιρό κι ένα ζαμάνι
πάντρευαν τον Καραμάνη
μες το τρύπιο το καζάνι” (σελ.158-160 πηγή)

§ Αρχή του παραμυθιού
Βούβες κι όλο αυτιά” ( πηγή)

[...] το τυπικό καλησπέρισμα του ναυτικού παραμυθά στα ελληνικά ιστιοφόρα και η αναμενόμενη απάντηση δημιουργούσαν μια σχέση ισότητας που προσέφεραν εξ αρχής στο κοινό τη δυνατότητα [...] να παρεμβαίνει και να συμμετέχει:

§ “-Καλησπέρα πρίμα – πλώρα και στα παλικάρια όλα.
- Καλησπέρα του παραμυθιού, λένε τα παλικάρια και παίρνουν ο καθένας τη θέση του”.(σελ.79 πηγή)

Λογοτυπικές Κατακλείδες

§ Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!

[...] ας μην ξεχνάμε ότι τα παραμύθια λέγονταν στο πλαίσιο περιστάσεων στις οποίες η ατμόσφαιρα ήταν ούτως ή άλλως χαλαρή και ευχάριστη… Η πρόθεση του παραμυθά να κλείσει την αφήγησή του σε κλίμα ευθυμίας είναι πρόδηλη και στην κατακλείδα (σελ.160-162 πηγή)

Καθώς το σώμα τους έδινε ζωή και ύπαρξη στα παραμύθια, η παράδοση τους επέτρεπε να τοποθετηθούν και οι ίδιοι σωματικά μέσα στο παραμύθι τους. Αυτό συνέβαινε κατά κανόνα στο τέλος του παραμυθιού. (σελ.61 πηγή)

§ “Ηπήγα κι εγώ στο γάμο και μου δώκανε μια με την κουτάλα κι ακόμα στέκεται τι σημάδι”

§ “Ήμουνα κι εγώ εκεί και με κέρασε του βασιλιά η γυναίκα τρεις χρυσές κούπες κρασί”

§ “Εκάμανε γάμους και χαρές
και ξεφάντωσες καλές
και μου δώσανε κι εμένα ένα κουλούρι
και μου το'φαγε ο σκύλος ο κουντούρης!” (σελ.61 πηγή)

§ Ψέματα κι αλήθεια
Έτσι είν΄ τα παραμύθια!

§ Αν είν΄ αλήθεια πίστεψέ το!

§ Μήτε εγώ ήμουν εκεί, μήτε εσείς να το πιστέψετε!

§ Α! ίντα γελάτε;Όλα τα παραμύθια είναι γενόμενα δεν είναι ψωματικά!

§ Ήμαν κι εγώ εκεί κι έκανα σεριάνι!

§ "Κι ήμουνα κι εγώ εκεί κι είχα παπούτσια από χαρτί. από πάνω κόκκινα κι από κάτω κόσκινα" (πηγή

§ Κι ήμουνα κι εγώ εκεί [...] και φορούσα παπούτσια από κόκκινο τούλινο βρακί.

§ Ζήσαν καλά περίκαλα
και εμείς εδώ καλύτερα” (σελ.158-160 πηγή)

§ Ήμ' να και' γώ κει
' πέ το κόκκινο βρακί
κι έφαγα μια σούγλα φακή.
Κι όσο περνά η φακή στη σούγλα, τόσο να πιστέψτε και σεις το παραμύθ' μου”(σελ.158-160 πηγή)

§ ήμουνα κι εγώ εκεί
κι έφαγα μια σούβλα φακή
κι όσο περνάει στη σούβλα η φακή
τόσο να πιστέψετε κι εσείς την ιστορία αυτή. (σελ.17 πηγή)

§ Να το κοντολοούμεν,
κι η νύχτα' ναιμ μικρή, και τα παιδιά νυστάζου
Άλλοι σούνται κι άλλοι ξούνται,
κι άλλοι κούπ' ανάσκελα κοιμούνται” (σελ.158-160 πηγή)

§ “Ήμ' να και' γω κει.
Με δόκανα τρία μήλα.
Το ένα το πήρα εγώ,
το ένα το δόκανα τομπαραμυθιάρ'
και τ' άλλο κείνον που λέγ' το παραμύθ'.” (σελ.158-160 πηγή)

§ “Τέλος του παραμυθιού μας.
Πάρτε σεις τα πίτουρα κι εγώ τ' αλεύρια” (σελ.158-160 πηγή)

§ Και τρώγαν και πίναν
και μας δεν μας εδίναν” ( πηγή)

§ Παραμύθι ήξερα, παραμύθι είπα.
Δεν ξέρω πως έκαμα, αλλά δεν σας γέλασα” ( πηγή)

§ Είπα γω πολλά και σώνει.
Καληνύχτα σας, γειτόνοι!” ( πηγή)

Μια πολύ ποιητική και πνευματική κατάληξη χρησιμοποιούν οι Αρμένηδες προκαλώντας το κοινό τους να σκεφτεί το συμβολισμό των ιστοριών.

§ “Τρία μήλα πέσαν από τον ουρανό:
ένα για αυτόν που είπε την ιστορία,
ένα για αυτόν που την άκουσε
και ένα για αυτόν που την κατάλαβε”(σελ.79-80 πηγή)

Η φράση αυτή έχει εμπνεύσει ορισμένους νέους παραμυθάδες στη Γαλλία και την Αγγλία που τη χρησιμοποιούν σαν εισαγωγή για να εμπλέξουν ενεργητικά το κοινό τους στη διαδικασία της ακρόασης του προφορικού λόγου. Τη φράση αυτή χρησιμοποιώ και εγώ παραλλαγμένη, σαν εισαγωγή σε όλες τις αφηγήσεις μου και πετώ ένα αόρατο μήλο προς το κοινό που προσπαθεί να το πιάσει, εμπλέκοντας το έτσι και σωματικά στη διαδικασία της αφήγησης [...] (σελ.79-80 πηγή)

§ ”'Εκαμαν τρία κουλούρια και έδωσαν ένα του Σταμάτη, ένα του παραμυθά και ένα εκείνου που το έλεγε”.(σελ.79-80 πηγή)

Ησυχία!!

§ [...]”Το παραμύθι άμα αρχίσει έχει και σκασμό”

και ο Γιώργος Σαλτέρης από την Νάξο:

§ Αρχή του παραμυθιού, βούβες κι όλο αυτιά”(Καπλάνογλου, 2002: 157)

Στη Σκύρο έλεγε:

§ “Για να μην τα πολυλογούμε,
Γιατί κι η νύχτα είναι μικρή και τα παιδιά νυστάζουν,
κι άλλα σειώνται κι άλλα ξυώνται
κι άλλα πρίμυτα κοιμώνται [...] ” (Πέρδικα, 1943: 220). (σελ.64-65 πηγή)

Στη Μύκονο

§ “Άλλοι σειώνται κι άλλοι ξειώνται
κι άλλοι ανάσκελα κοιμόνται
άλλοι βήχουν κι άλλοι κλάνουν
κι άλλοι πως βαριούνται κάνουν
κι άλλοι βλέπουν στ' ονειρό τους
μιαν κοπέλα στο πλευρό τους.
Και ξυπνούν και δεν την βρίσκουν
και χολομανούν και πρήσκουν
κι αρωτούν τα ρούχα που' χαν
πού' ναι η κοπέλα πο'δαν”(Βερώνη-Καμμή, 1992: 10) (σελ.64-65 πηγή)

Το κοινό γίνεται αφηγητής

Στην Κορσική λένε:

§ “Παραμύθι, παραμυθάκι, πες το, το δικό σου.
Το δικό μου τέλειωσε”(Massignon, 1968).

Και στο Μεξικό λένε ένα άλλο:

§ “Μπήκα από ένα τρύπιο καλάμι και βγήκα από ένα άλλο
τελείωσε το παραμύθι και πές μου εσύ ένα άλλο” (Wheeler, 1943)

Στην Ελλάδα συχνά έχω ακούσει να χρησιμοποιούν το δίστιχο:

§ “είπαμε πολλά και σώνει,
ας λαλήσει κι άλλο αηδόνι”.

Ανταλλαγή τυπικών φράσεων στην έναρξη και τη λήξη

Στην Ελλάδα ο Μυκονιάτης αφηγητής είχε στιχάκι που περιλάμβανε απόκριση του κοινού για να υπενθυμίσει την αμοιβαιότητα που υπήρχε ανάμεσα σε κοινό και παραμυθά:

§ “Αφηγητής:  Κόκκινη κλωστή κλωσμένη
στην ανέμη τυλιγμένη
δως' της κλώτσο να γυρίσει
παραμύθι ν' αρχινίσει.
Παραμύθι μύθαρος κι η κοιλιά σας πίθαρος.
Κοινό: Γιάντα να' ναι πίθαρος;
Αφηγη